Γράφει η Ιωάννα Καλαντζάκου – Τσατσαρώνη

Η συμφωνία του ΣΥΡΙΖΑ (και όχι της Κυβέρνησης συνολικά) με τον κ. Ζάεφ δεν εγείρει μόνο ζητήματα θεμελιώδους σημασίας στην εξωτερική πολιτική και στην προάσπιση των διαχρονικών εθνικών συμφερόντων της Ελλάδας, αλλά και θέματα μείζονος συνταγματικής τάξης.

Για το ότι η συμφωνία, με βάση όσα ανακοινώθηκαν, περιλαμβάνει εξαιρετικά ασαφή και ανησυχητικά σημεία, όχι μόνο ως προς το ονοματολογικό, αλλά πρωτίστως ως προς την αποδοχή της «μακεδονικής» ιθαγένειας και γλώσσας και, άρα, της  εν γένει επίπλαστης «μακεδονικής» εθνικής ταυτότητας, γίνεται ήδη εξαντλητικός λόγος ώστε δεν χρειάζεται πρόσθετη αναφορά. Πρέπει, πάντως, να υπογραμμισθεί ότι η αποδοχή των παραπάνω συνιστά επί της ουσίας και έμπρακτη παραδοχή του ιδεολογήματος του «μακεδονισμού» που τροφοδότησε τον αλυτρωτικό λόγο και τις αντίστοιχες βλέψεις της γειτονικής χώρας.

Πέραν των ουσιαστικών προβλέψεων της συμφωνίας, εγείρονται κρίσιμα θεσμικά ζητήματα . Είναι πράγματι πρωτόγνωρο ένα τόσο κρίσιμο εθνικό θέμα να διολισθαίνει σε προσωπική συνεννόηση του Πρωθυπουργού (που είχε μάλιστα, πιθανότατα από άγνοια, υποπέσει στο ατόπημα να θεωρήσει συζητήσιμη την ονομασία «Μακεδονία του Ίλιντεν») όχι απλώς χωρίς προηγούμενη ενημέρωση του Κοινοβουλίου και της αντιπολίτευσης, αλλά με εκπεφρασμένη αντίρρηση του ενός των κυβερνητικών εταίρων, των ΑΝΕΛ, στους βουλευτές των οποίων στηρίζεται η κυβέρνηση.

Η …«δεδηλωμένη» αντίρρηση Καμμένου θέτει πλέον ερώτημα αν η κυβέρνηση διατηρεί τη δεδηλωμένη εμπιστοσύνη της Βουλής. Η προσκόλληση των μελών του κυβερνητικού συνασπισμού στα αξιώματα και τις θέσεις τους προεξοφλεί, βεβαίως, ότι θα πράξουν παν το δυνατόν για την παραμονή τους σε αυτά. Αυτή η «πεζή» προσέγγιση δεν αναιρεί, όμως, το γεγονός ότι ο πρωθυπουργός προωθεί μία διακρατική συμφωνία, την οποία το ένα κόμμα της κυβέρνησης θεωρεί απαράδεκτη, και μάλιστα για ένα εθνικό θέμα που το συγκεκριμένο κόμμα έχει αναγάγει σε μία από τις «σημαίες» της ύπαρξής του – ή πάντως της ρητορικής του. Η συμμετοχή και η εμπιστοσύνη στην κυβέρνηση δεν είναι «αλά καρτ»: αν ο δεύτερος κυβερνητικός εταίρος διαφωνεί με κάτι τόσο σημαντικό, ελλείπει η εμπιστοσύνη του στην κυβέρνηση. Άλλωστε, σε επίπεδο υπουργών, το άρθρο 85 του Συντάγματος ορίζει ότι τα μέλη του Υπουργικού Συμβουλίου και οι Υφυπουργοί είναι συλλογικώς υπεύθυνοι για τη γενική πολιτική της Κυβέρνησης. Οι υπουργοί των ΑΝΕΛ είναι, άρα, συνυπεύθυνοι για μία διακρατική συμφωνία τόσο κρίσιμης εθνικής σημασίας, καθώς αυτή προφανώς εντάσσεται στην κυβερνητική «γενική πολιτική». Έχουν, όμως, προαναγγείλει ότι αυτήν την ευθύνη δεν θα την αποδεχθούν.

Ενόψει αυτής της έντονης και δικαιολογημένης αμφισβήτησης κατά πόσον η κυβέρνηση έχει την εμπιστοσύνη της Βουλής για τη συμφωνία με τα Σκόπια, είναι προβληματικό το ότι η επικείμενη «υπογραφή/μονογραφή» κειμένου από τον πρωθυπουργό δεν συνοδεύεται από πράξη εξουσιοδότησης του νομοθετικού σώματος. Η έλλειψη κοινοβουλευτικής εξουσιοδότησης (που είχε ζητηθεί για το Τρίτο Μνημόνιο) κλονίζει την νομιμοποίηση του κ. Τσίπρα, καθώς η ίδια του η κυβέρνηση εμφανίζεται διχασμένη ως προς την αποδοχή της συμφωνίας. 

Πέραν των ανωτέρω, είναι εξαιρετικά ανησυχητική η έντονη «αιρεσιμότητα» της συμφωνίας. Τα αποτελέσματά της, ακόμη και για όσους τα θεωρούν θετικά, τελούν υπό την αίρεση σειράς διαδικαστικών προϋποθέσεων στη γείτονα χώρα. Ήδη πριν από την ολοκλήρωσή τους, η ελληνική πλευρά αναλαμβάνει υποχρέωση να άρει τις αντιρρήσεις της για την έναρξη της ενταξιακής διαδικασίας των Σκοπίων στο ΝΑΤΟ και την Ε.Ε. Μπορούν να διαβεβαιώσουν οι εμπνευστές της συμφωνίας ότι και η ένταξη θα είναι «υπό αίρεση» ή θα προκύψει τελικώς μία …σκέτη «Μακεδονία» ως Κράτος-Μέλος όλων των διεθνών οργανισμών;

Μια Κυβέρνηση με αξιοπιστία σέβεται και την ουσία και τη διαδικασία. Στο ζήτημα των Σκοπίων φαίνεται ότι η ελληνική κυβέρνηση τα αντιπαρήλθε αμφότερα. 

* Η κ. Ιωάννα Καλαντζάκου – Τσατσαρώνη είναι Δικηγόρος, τ. Αντιπρόεδρος Δ.Σ.Α