Παρέμβαση βαρύνουσας πολιτικής και ιστορικής σημασίας έκανε ο Κώστας Καραμανλής στην εκτυλισσόμενη συζήτηση για το Σκοπιανό. Η παρέμβαση του πρώην πρωθυπουργού αναφέρεται στην αποσαφήνιση της πολιτικής της κυβέρνησης του το 2008 στη Σύνοδο του ΝΑΤΟ στο Βοτυκουρέστι.

Συγκεκριμένα, το γραφείο του κ. Καραμανλή σημειώνει:

«Η ομιλία της κας Μπακογιάννη αποτυπώνει με ακρίβεια το πλαίσιο της πολιτικής της τότε κυβέρνησης για το θέμα των Σκοπίων, με κατάληξη το Βουκουρέστι, όπως και τις ουσιώδεις διαφορές της από την πολιτική και την τακτική της σημερινής κυβέρνησης».

Μείζονα θέματα εθνότητα και γλώσσα

Υπενθυμίζεται ότι στη χτεσινή ομιλία της στη Βουλή για την πρόταση δυσπιστίας, η κ. Μπακογιάννη αναφέρθηκε στη στάση της κυβέρνησης Καραμανλή στη Σύνοδο του ΝΑΤΟ στο Βουκουρέστι το 2008. Η κ, Μπακογιάννη ως υπουργός Εξωτερικών είχε χειριστιεί το ζήτημα σε συνεργασία με τον Κώστα Καραμανλή.

Η Ντόρα. Μπαγογιάννη υπογράμμισε τόι για  για την τότε κυβέρνηση τα μείζονα ζητήματα ήταν η εθνότητα και η γλώσσα. Επιπλέον, για την ίδια και τον Κώστα Καραμανλή υπήρξε βασική προτεραιόττητα η συναίνεση του πολιτικού κόσμου, πλην του ακραίου ΛΑΟΣ

Η τότε υπυργός Εξωτερικών είπε συγκεκριμένα: «Το 2008 ήταν σφοδρή η επιθυμία του διεθνούς παράγοντα να ενταχθούν άμεσα τα Σκόπια στο ΝΑΤΟ. Ταυτόχρονα, για την ελληνική κυβέρνηση ήταν σαφές ότι άπαξ και τα Σκόπια έμπαιναν στο ΝΑΤΟ και ξεκινούσε η διαδικασία ένταξης στην Ε.Ε., το αμέσως επόμενο βήμα θα ήταν να ζητήσουν από τον ΟΗΕ αναγνώριση με το συνταγματικό τους όνομα και όχι με το «Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας». Η ελληνική κυβέρνηση έπρεπε να πάρει μια μεγάλη απόφαση: να λειτουργήσει με τη λογική της Ενδιάμεσης Συμφωνίας, να κάνει μια τεράστια προσπάθεια για να πετύχει αμοιβαίως επωφελή συμφωνία ή να καταδείξει την αδιαλλαξία των Σκοπίων και, άρα, την αποκλειστική ευθύνη τους για τη μη εξεύρεση λύσης;»

Συναινεση πλην του ακραίου ΛΑΟΣ

Για να πετύχει αυτή τη προσπάθεια, σύμφωνα με την Ντόρα Μπακογιάννη, έπρεπε να εκπληρωθούν δύο προϋποθέσεις:

Πρώτον, να μη γίνει το Σκοπιανό θέμα εσωτερικής αντιπαράθεσης. Γι' αυτό ενημέρωσα όλους του πολιτικούς αρχηγούς, πριν ξεκινήσουμε τη διεθνή εκστρατεία εν όψει του Βουκουρεστίου. Γι' αυτό παρουσιάσαμε την πρότασή μας στις προγραμματικές δηλώσεις της κυβέρνησης. Γι' αυτό καταθέσαμε το σχέδιό μας στην αρμόδια επιτροπή της Βουλής, με πρόεδρο, μάλιστα, κατά ιστορική ειρωνεία, τον κ. Καμμένο. Εκεί εξασφαλίσαμε τη σύμφωνη γνώμη όλων των κομμάτων, εκτός βεβαίως του ακραίου ΛΑΟΣ. Επρόκειτο, άλλωστε, για θέμα μέγιστης συναισθηματικής φόρτισης που εύκολα θα μπορούσε να διχάσει τον ελληνικό λαό.

Δεύτερον, η δημιουργία ενός εθνικού μετώπου και η απόλυτη ταύτιση της κυβέρνησης και, δη, του Πρωθυπουργού με τον Υπουργό Εξωτερικών και τον Υπουργό Αμύνης. Η χώρα έπρεπε να διαπραγματευθεί ισχυρή και ενωμένη. Δεν είχα, άλλωστε, καμία αμφιβολία για τις πιέσεις που θα αντιμετωπίζαμε και για το κόστος που θα είχε η πολιτική μας. Κόστος το οποίο εν τέλει κατεβλήθη.»

Η κ. Μπακογιάννη κατέληξε: «Κάναμε μια ειλικρινή προσπάθεια αναζήτησης συμφωνίας. Όμως μιας συμφωνίας βιώσιμης. Έντιμης, Ρεαλιστικής και Εφαρμόσιμης. Στόχος μας ήταν και είναι μια συμφωνία που θα απαντούσε οριστικά στη λογική του Στάλιν και του Τίτο που αποτυπωνόταν στη θεωρία του Μακεδονισμού στα Βαλκάνια, που πηγάζει από τα γεγονότα του Ίλιντεν.  Αλλά και μια συμφωνία που θα απαντούσε στις ήδη απαξιωμένες διεθνώς γραφικότητες με την καπηλεία της αρχαίας κληρονομιάς και των αγαλμάτων του Μεγάλου Αλεξάνδρου.

Ποιος είναι ο πραγματικός κίνδυνος στην περιοχή; Η λογική της Μεγάλης Μακεδονίας, δηλαδή, της εξόδου στο Αιγαίο. Όχι μόνο για το σήμερα. Αλλά για το αύριο και το μεθαύριο. Πόσο μάλλον όταν αναθεωρητικές δυνάμεις στην περιοχή αναζητούσαν ευκαιρίες να εργαλειοποιήσουν τα Σκόπια σε βάρος μας. Για να πολεμήσουμε αυτή τη λογική, έπρεπε να πολεμήσουμε τον επιφαινόμενο αλυτρωτισμό. Έναν αλυτρωτισμό που καλλιεργήθηκε συστηματικά στη συνείδηση των πολιτών της γειτονικής χώρας για δεκαετίες.

Βρήκαμε λυσσώδη αντίδραση από τον κ. Γκρουέφσκι. Έχω εδώ το δημοσίευμα που ο ίδιος υποστήριζε ότι «οι Έλληνες θέλουν να μας πάρουν την ταυτότητα και τη γλώσσα μας». Ήξερε τι έλεγε ο κ. Γκρουέφσκι. Εκείνος δεν κρυβόταν. Όμως, εμμείναμε σ' αυτά. Όχι μόνο διότι χωρίς την επίλυσή τους, η όποια συμφωνία θα ήταν κενό γράμμα. Αλλά διότι έχουν τεράστια συμβολική αξία. Προφανώς ουδέποτε αμφισβήτησα το δικαίωμα του αυτοπροσδιορισμού. Άλλωστε, δεν θα ήταν πειστικό. Στην ιθαγένεια, όμως, η πάγια ελληνική θέση, τουλάχιστον μέχρι πριν λίγες μέρες, ήταν ότι έπρεπε να περιγραφεί ως «πολίτες της τάδε χώρας», με το ισχυρό επιχείρημα ότι πρόκειται για πολυπολιτισμική χώρα και η ιθαγένεια οφείλει να εκφράζει όλες τις εθνοτικές ομάδες. Και στη γλώσσα ήμασταν ξεκάθαροι: χαρακτηρισμός που θα συνδέεται με τη νέα ονομασία του κράτους.

Η αλήθεια είναι μία. Αυτή την μάχη δεν την δίναμε για λόγους εντυπωσιασμού αλλά για λόγους ουσίας. Αυτή είναι η καρδιά του προβλήματος. Κι εσείς τη χαρίσατε έχοντας αποδεχτεί ακόμα και την ονομασία Ίλιντεν. Και όλα αυτά στην καλύτερη δυνατή συγκυρία».