του Δημήτρη Βέττα*

Ο Αμερικανός συγγραφέας Μαρκ Τουαίην είχε πει: «Στη ζωή μου έχω περάσει από φρικτές καταστάσεις, μερικές από τις οποίες μάλιστα συνέβησαν και στην πραγματικότητα». Για τη Νέα Δημοκρατία και τον αρχηγό της, Κυριάκο Μητσοτάκη, υπάρχει όντως μια φριχτή πραγματικότητα: η χώρα από την 21η Αυγούστου έχει ανακτήσει την οικονομική της κυριαρχία και το δικαίωμα της να ορίζει την τύχη της, με στόχο την οικονομική και κοινωνική ανασυγκρότηση της χώρας.

Μέσα από αυτή την εξέλιξη η ελληνική κοινωνία -πολύ, δε,  περισσότερο η μεσαία τάξη που επωμίστηκε και το μεγαλύτερο βάρος της οκτάχρονης κρίσης- έχει συνειδητοποιήσει ποιοι και με ποιες πολιτικές «μάς έφτασαν στον γκρεμό», ποιοι την ώρα της μεγάλης πολιτικής αλλαγής το 2015 είχαν ναρκοθετήσει την προσπάθειά μας και ποιοι εν τέλει είναι αυτοί που με επώδυνους πλην αναγκαίους συμβιβασμούς την οδηγούν ήδη στην επόμενη μέρα.

Ωστόσο, η αξιωματική αντιπολίτευση, η οποία όλο το χρονικό διάστημα από το 2015 μέχρι σήμερα πότε σαν Πυθία, πότε σαν Κάλχας και πότε σαν «κόφτης» προφήτευε και κινδυνολογούσε για τα μύρια όσα μέλλουν να βρουν τη χώρα αν δεν υιοθετούσε η κυβέρνηση την προληπτική γραμμή στήριξης, δηλαδή ένα νέο μνημόνιο, ακούει σήμερα εκτός από τις υποδείξεις της ακροδεξιάς πτέρυγάς της την τράπεζα Πειραιώς να της χτυπά την πόρτα για τα δάνεια που της έχει χορηγήσει και για τα οποία μέχρι σήμερα η ΝΔ δεν έχει καταβάλει, όπως και ο πάλαι ποτέ κυβερνητικός εταίρος της, το ΠΑΣΟΚ, ούτε ένα ευρώ!

Η ΝΔ με την απορρόφησή της από τα ακροδεξιά της σύνολα δεν έχει κατορθώσει μέχρι σήμερα ν’ αντιμετωπίσει ούτε την εσωκομματική της αμφισβήτηση σε επίπεδο ηγεσίας ούτε τη δυσπιστία που απολαμβάνει στο εσωτερικό και στην Ευρώπη. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η στάση του Κυριάκου Μητσοτάκη, ο οποίος «μάλωσε» τον  Ευρωπαίο Επίτροπο Πιέρ Μοσκοβισί, διότι τόλμησε να χαιρετήσει την ολοκλήρωση του τρίτου προγράμματος ψέγοντας την ατολμία των προηγούμενων κυβερνήσεων (στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκε κι ο Γέρουν Ντάισελμμπλουμ σε συνέντευξή του σε κυριακάτικη εφημερίδα) και διότι έψεξε τόσο το Eurogroup («οι τελικές αποφάσεις λαμβάνονταν αποκλειστικά στο Eurogroup, χωρίς πραγματικό δημοκρατικό έλεγχο») όσο και την ευρωπαϊκή δεξιά: «Πολλοί ήθελαν να αποτύχει η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ υπό τον Αλέξη Τσίπρα καθώς είχε εκτοπίσει τη ΝΔ».

Όμως, το ανησυχητικό για τη χώρα δεν είναι μόνο η ταύτιση της ΝΔ και του Κυριάκου Μητσοτάκη με την ακρονεοφιλελεύθερη ατζέντα και την ακροδεξιά ρητορική, αλλά το πώς αυτή έχει αφομοιωθεί κι εξωτερικεύεται ως ιδεολογικό πρόταγμα. Η αξιωματική αντιπολίτευση κάθε φορά το παραλλάσσει, ώστε το περιεχόμενό του να μην προσλαμβάνεται από την ελληνική κοινωνία στην πραγματική του διάσταση. Και αυτό που προκαλεί τρόμο είναι ότι πυροδοτεί σε πολιτικά όμορους, φίλιους χώρους της, ακόμα και σε εκείνους με τους οποίους έχει συγκυβερνήσει στο πρόσφατο παρελθόν, μια επικίνδυνη στάση απέναντι στην ανθρώπινη ύπαρξη: αποκτά αξία κατόπιν διαλογής, με γνώμονα την αρτιμέλεια ή την απουσία κάποιου ελαττώματος (βλ. για παράδειγμα την περίπτωση του πρώην υπουργού Ναυτιλίας κ. Παναγιώτη Κουρουμπλή), φυσικοποιώντας με αυτό τον τρόπο τον ρατσισμό. 

Από την επικοινωνιακή-ρηματική εκμετάλλευση δεν έχει ξεφύγει ούτε ο θεσμός της Δικαιοσύνης, τον οποίο η ΝΔ βλέπει να «εργαλειοποιείται», όπως εργαλειοποιούνται όλα όσα την εκθέτουν και για τα οποία δεν νιώθει καν την ανάγκη να απολογηθεί στην κοινωνία και τους πολίτες. Άλλωστε η ΝΔ δεν έχει τολμήσει να δώσει μέχρι αυτή την ώρα πειστικές απαντήσεις, πως συμβαίνει και σε όλα τα σκάνδαλα ή τα φερόμενα πρωτοστατούν τουλάχιστον στελέχη της.

Σαφώς και δε χρειάζεται να υπενθυμίσουμε τις Εξεταστικές Επιτροπές της Βουλής για τα σκάνδαλα στο χώρο της Υγείας, των ΜΜΕ και των δανείων των κομμάτων. Ούτε καν τη Novartis και τις εκλεκτικές σχέσεις του κόμματος της ΝΔ με συμφέροντα εγχώρια κι εξωχώρια, τα οποία η ΝΔ αποδέχεται ως ατμομηχανή της πραγματικής οικονομίας, εφόσον, βέβαια, πληρούνται κάποιοι ακρονεοφιλελεύθεροι όροι και προϋποθέσεις, όπως π.χ. η κατάργηση των συλλογικών συμβάσεων εργασίας (μάλλον συνιστά βαρβαρότητα η επαναφορά τους), η ελαστικοποίηση των σχέσεων εργασίας, η ιδιωτικοποίηση της Υγείας και του ασφαλιστικού συστήματος της χώρας, η μείωση των περίφημων δαπανών. Όμως, κάτω από το εύηχο της τελευταίας λέξης κρύβονται η κατάργηση σημαντικών κοινωνικών δομών, οι απολύσεις, στις οποίες διέπρεψε ο κ. Μητσοτάκης ως υπουργός της κυβέρνησης του Αντώνη Σαμαρά,  και η ιδιωτικοποίηση δημόσιων αγαθών. Μόνο την ιδιωτικοποίηση του κράτους, το οποίο αποτελεί διαχρονικά τον εργοδότη της δυναστείας Μητσοτάκη, δεν έχουν τολμήσει στη ΝΔ ακόμα να εκστομίσουν.

Αν αναρωτιέται κανείς γιατί, η απάντηση, ίσως, βρίσκεται στο ότι η ΝΔ δεν έχει κανέναν ενδοιασμό να εργαλειοποιείται. Έτσι, το μέλλον αυτής της χώρας θα είναι να αισθάνεται ο πολίτης σαν υπόχρεος καταβολής φόρου υποτέλειας για το δικαίωμα νομής και διοίκησης της χώρας από τη ΝΔ, ως «ανταμοιβή» για τις υπηρεσίες που αυτή θα προσφέρει στο στέμμα των ολιγαρχών: ενκομιέντα.

*Ο κ. Δημήτρης Βέττας είναι Βουλευτής Φθιώτιδας ΣΥΡΙΖΑ