«Δεν μπορεί κάποιος να ισχυριστεί με οποιονδήποτε βαθμό βασιμότητας ότι έχουμε αυτή τη στιγμή δημοσιονομικό λόγο να έχουμε νέες περικοπές, νέα λιτότητα» δήλωσε ο Γιώργος Κατρούγκαλος,αναφορικά με το μέτρο μείωσης των συντάξεων από 1η Ιανουαρίου 2019.

Σχολιάζοντας τις πληροφορίες του ΑΠΕ που θέλουν τους Ευρωπαίους εταίρους να θεωρούν βιώσιμο το ασφαλιστικό σύστημα της χώρας, μετά τις επαφές με το οικονομικό επιτελείο της κυβέρνησης, ο κ. Κατρούγκαλος μιλώντας στο «Πρακτορείο FM», παρατήρησε: «Δεν θα μπορούσε να είναι διαφορετική η αντίδραση των Ευρωπαίων εταίρων μας, σε κάτι που είναι πασιφανές. Δεν είναι διαρθρωτικό μέτρο οι μειώσεις στις συντάξεις, γιατί το 2016, όταν ψηφιζόταν ο ασφαλιστικός νόμος, ο λεγόμενος νόμος Κατρούγκαλου, δεν προβλεπόταν περικοπή της προσωπικής διαφοράς και οι αναλογιστικές μελέτες που το συνόδευαν αποδείκνυαν πλήρως ότι το ασφαλιστικό σύστημα έχει ισορροπήσει και δεν χρειάζονται νέες περικοπές. Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο ήλθε τον επόμενο χρόνο παρόλα αυτά και με έναν εκβιασμό, που βασιζόταν κυρίως σε δημοσιονομικό επιχείρημα, ότι δηλαδή θα είναι ελλειμματικός ο ΕΦΚΑ [...] Τώρα που προφανώς έχει αποδειχθεί ότι και αυτός ο ισχυρισμός του ΔΝΤ δεν ήταν βάσιμος, όχι απλώς δεν υπάρχει διαρθρωτικός λόγος, αλλά και δεν υπάρχει κανένας λόγος για να περικοπούν οι συντάξεις».

«Καταφέρνουμε όχι απλώς να πιάνουμε τους στόχους, αλλά να τους υπερκαλύπτουμε. Ξέρουμε ότι και το 2017 και το 2018 και η προβολή για το 2019 αποδεικνύει ότι όχι απλώς θα πιάσουμε τους στόχους που έχουμε, αλλά θα έχουμε ακόμα μεγαλύτερη υπεραπόδοση. Η λιτότητα θα είναι αντιαναπτυξική σε μια φάση που οικονομία δείχνει σαφώς ότι έχει περάσει σε μια νέα εποχή, μια νέα φάση, την οποία θέλουμε να εξασφαλίσουμε», επισήμανε.

Σε ό,τι αφορά τη διαδικασία που θα πρέπει να ακολουθηθεί εάν συμφωνηθεί τελικά να μη γίνουν οι περικοπές εξήγησε: «Η σειρά είναι η κατάθεση του προϋπολογισμού, που θα αποδεικνύεται πλήρως από τα στοιχεία το αχρείαστο οποιασδήποτε παρέμβασης, οποιασδήποτε νέας περικοπής και μετά ένας απλός νόμος χρειάζεται, δεν είναι κάτι παραπάνω».

Διευκρίνισε, δε, ότι «έχουν βρεθεί ήδη τα ισοδύναμα», καθώς «όταν έγινε αυτός ο εκβιασμός κι επειδή δεν μπορούσαμε να τον αποτρέψουμε, γιατί το ΔΝΤ θα τίναζε στον αέρα την αξιολόγηση, πετύχαμε παρόλα αυτά το τελικό αποτέλεσμα να είναι δημοσιονομικά ουδέτερο, να μην υπάρχει πρόσθετη λιτότητα, ψηφίζοντας ταυτόχρονα με την περικοπή των συντάξεων τα λεγόμενα αντίμετρα, δηλαδή κοινωνικά μέτρα, που δεν απευθύνονταν μόνο στους συνταξιούχους, ήταν και σε άλλες ομάδες του πληθυσμού, τα οποία θα ισορροπούσαν ως πρόσθετα χρήματα στον κοινωνικό προϋπολογισμό, τις απώλειες που θα υπήρχαν από τις συντάξεις». «Τώρα», πρόσθεσε, «προφανώς το σύνολο των αντιμέτρων δεν πρόκειται να ισχύσει, θα ψηφίσουμε παρόλα αυτά και θα διατηρήσουμε αρκετά από τα αντίμετρα, ακριβώς επειδή έχουμε κι αυτόν τον πρόσθετο δημοσιονομικό χώρο από την υπεραπόδοση της οικονομίας».

Αναφερόμενος, εξάλλου, στο θέμα των δικαστικών διώξεων για επισφαλή δάνεια των κομμάτων σημείωσε: «Η δικαστική διερεύνηση είναι αναγκαία γιατί υποσχεθήκαμε στον ελληνικό λαό ότι δεν θα αφήσουμε καμία σκιά αμφιβολίας γύρω από υπαρκτά σκάνδαλα. Το ότι είναι υπαρκτό αυτό το σκάνδαλο δεν το λέμε εμείς, μπορούν να το βρει κανείς στο διαδίκτυο, σε μία τοποθέτηση βιντεοσκοπημένη της κ. Μπακογιάννη, η οποία εκείνη την περίοδο ήταν εκτός ΝΔ, να τοποθετείται στη Βουλή, να μιλάει για το σκάνδαλο της αδειοδότησης κομμάτων, να ονομάζει ρητά Νέα Δημοκρατία και ΠΑΣΟΚ και να χαρακτηρίζει μάλιστα την περίπτωση αυτή της δανειοδότησης ένα από τα μεγαλύτερα σκάνδαλα διαπλοκής [...] Αντίστοιχα δηλώσεις είχε κάνει και ο κ.Αυγενάκης, ο οποίος είχε ακολουθήσει την κ.Μπακογιάννη στην πορεία της αυτή την προσωρινή εκτός ΝΔ. Επομένως όποιος αμφισβητεί ότι υπάρχει σκάνδαλο δεν χρειάζεται να ακούσει τι λέμε, ας ακούσει τι έλεγε τότε η κ. Μπακογιάννη».

Ερωτηθείς σχετικά με το ύφος της προεκλογικής εκστρατείας και των ομιλιών του Ζόραν Ζάεφ για το επικείμενο δημοψήφισμα στην ΠΓΔΜ ο αν. υπουργός Εξωτερικών σημείωσε: «Μπορεί η προεκλογική περίοδος να δικαιολογεί ορισμένες φραστικές υπερβολές, ακριβώς όμως το νόημα της συνθήκης των Πρεσπών είναι ότι πρέπει όχι απλώς να αυτοσυγκρατούμαστε, αλλά να σεβόμαστε το πνεύμα και το γράμμα της συμφωνίας αυτής. Παρακολουθούμε και προφανώς όχι αμέτοχοι τις συζητήσεις αυτές».