Να μην κρύβουν κάτω από το χαλί τις διαφορές του παρελθόντος (όπως οι πολεμικές αποζημιώσεις) ζήτησε ο Αλέξης Τσίπρας από τον πρόεδρο της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας Φρανκ Βάλτερ Σταϊνμάιερ, τον οποίο υποδέχτηκε στο Μαξίμου. Ο πρωθυπουργός χαρακτήρισε αυτή την επίσκεψη ως αφορμή για μια νέα αρχή στις ελληνογερμανικές σχέσεις.

Ο κ. Τσίπρας τόνισε την ανάγκη να αφήσουν πίσω τα 8 χρόνια των Μνημονίων και τα εκατέρωθεν στερεότυπα, που δηλητηριάζουν τις σχέσεις Ελλάδας-Γερμανίας προσβλέποντας σε ένα μέλλον ισότιμης συνεργασίας.

 

Ταυτόχρονα είπε ότι δεν πρέπει να κρύψουν «κάτω από το χαλί» τις όποιες διαφορές έρχονται από το μακρινό παρελθόν, για τις οποίες σημείωσε ότι «πρέπει να λυθούν με βάση το Διεθνές Δίκαιο, το οποίο όλοι σεβόμαστε».

Οι δύο άνδρες αντάλλαξαν σκέψεις για την πορεία της Ευρώπης και τις προκλήσεις που καλείται να αντιμετωπίσει απέναντι στην απειλή του ακροδεξιού λαϊκισμού, που αποτελεί απειλή για την ίδια τη συνοχή της.

Συγγνώμη για τις φρικαλεότητες του ναζισμού στην Ελλάδα ζήτησε από την πλευρά του ο Φρανκ Βάλτερ Σταινμάιερ. Είπε ότι δεν θέλει να ξεχάσουμε το παρελθόν, ούτε να παραβλέψει την ηθική ενοχή για αυτές τις φρικαλεότητες, και συμφώνησε με τον κ. Τσίπρα που μίλησε για μια νέα αρχή στις ελληνογερμανικές σχέσεις, λέγοντας: «Δικαίως αναφερθήκατε σε μια νέα αρχή, μπορούμε να γράψουμε ένα καινούριο κεφάλαιο των σχέσεων των δύο χωρών».

Αναφερόμενος στη Συμφωνία των Πρεσπών ο πρωθυπουργός τόνισε: «Η Συμφωνία των Πρεσπών είναι ένα μοντέλο συνεννόησης ανάμεσα σε δύο λαούς που θέλουν να ζήσουν ειρηνικά χωρίς να υποτιμούν ο ένας την ιστορία και την ταυτότητα του άλλου, ένα θαρραλέο βήμα που νομίζω ότι συμβάλλει στη σταθερότητα στα Βαλκάνια και κατ επέκταση στην ευρύτερη περιοχή». 

Στο πλαίσιο αυτό, υπογράμμισαν τη σημασία της πρωτοβουλίας της κυβέρνησης της πΓΔΜ να προχωρήσει στις κοινοβουλευτικές διαδικασίες για την ολοκλήρωση της συνταγματικής αναθεώρησης, καθώς αποτελεί απαράβατο όρο για να τεθεί σε ισχύ η συμφωνία των Πρεσπών.

Επιπλέον, συζήτησαν για την αναπτυξιακή πορεία της ελληνικής οικονομίας και τις προοπτικές που ανοίγονται πλέον, μετά και την καθαρή έξοδο από τα προγράμματα δημοσιονομικής προσαρμογής.