Το αίσθημα της ασφάλειας σε μια πόλη συναρτάται άμεσα και με την ποιότητα ζωής και ταυτόχρονα από πολλούς θεωρείται παράμετρος αστικής ανάπτυξης. Η επίθεση στο ΑΤ Ομόνοιας και ο τραυματισμός δυο αστυνομικών από κουκουλοφόρους δεν αποτελεί ένα πρωτοφανές περιστατικό. Αντιθέτως, εντάσσεται στην εγκληματική δραστηριότητα που αναπτύσσεται τα τελευταία χρόνια στο κέντρο της πόλης προκαλώντας αισθήματα φόβου και ανασφάλειας. Ταυτόχρονα, αποτελεί επίσης, μια πράξη κατάλυσης της έννομης τάξης και κατ’ επέκταση της δημοκρατίας, πράξη παράλογη για το σύγχρονο κράτος δικαίου. Παραδοχές όπως αυτή του Χένρι Ντέιβιντ Θορό, σύμφωνα με την οποία η ηθική των ατόμων είναι πιο ιερή από τους νόμους του κράτους που δημιουργούν προϋποθέσεις αυτοδικίας, ουσιαστικά συμβάλλουν στην παλινδρόμηση της κοινωνίας σε αρχέγονα πρότυπα απονομής της δικαιοσύνης. 

Το έργο που επωμίζεται η Αστυνομία είναι, ως εκ τούτου, ακόμη πιο δύσκολο. Από τη μια, οι αστυνομικοί έχουν να αντιμετωπίσουν τη δραστηριότητα αυτή που περιγράφεται τόσο σε περιστατικά βίας από «μπαχαλάκηδες», κλοπές, διαρρήξεις, βιασμούς, ανθρωποκτονίες και σωματικές βλάβες, όσο και στην εμπορία λευκής σαρκός, τη διακίνηση ναρκωτικών και το παρεμπόριο. Απο την άλλη, έχουν να εδραιώσουν στο συλλογικό υποσυνείδητο της κοινωνίας ότι είναι η έννομη τάξη που διαφυλάττει το δικαίωμα των πολιτών να απολαμβάνει την προστασία και την ασφάλεια. 

Η περιοχή της Ομόνοιας, η οποία μονοπώλησε το ενδιαφέρον τις τελευταίες μέρες, αποτελεί μια από τις πιο ευαίσθητες περιοχές της Αθήνας, καθώς το έγκλημα ανθίζει. Δεν αποτελεί όμως τη μοναδική περιοχή στο κέντρο της πόλης στην οποία συμβαίνει κάτι τέτοιο. Ούτε, βεβαίως, αυτή η εγκληματική δραστηριότητα είναι μονοδιάστατη, ώστε η αντιμετώπισή της να εναπόκειται αποκλειστικά σε ένα τοπικό αστυνομικό τμήμα. Όλα μάλιστα φαίνεται να έχουν ενισχυθεί στο πλαίσιο της κρίσης και της συνακόλουθης αύξησης της φτώχειας. Ορισμένοι υποστηρίζουν ότι η αύξηση της εγκληματικότητας στο κέντρο της πόλης είναι μόνο αποτέλεσμα της κρίσης, ενώ ορισμένοι άλλοι ότι είναι μόνο αποτέλεσμα των ιδεοληπτικών εμμονών της κυβέρνησης.  Η αλήθεια είναι διττή. 

Πράγματι, η κρίση όξυνε την εγκληματικότητα. Ο περιορισμός των δημοσίων δαπανών δημιούργησε σοβαρές ελλείψεις σε υλικοτεχνικό εξοπλισμό στο σύνολο των αστυνομικών τμημάτων της χώρας. Οι μεγάλες περικοπές στους μισθούς στους αξιωματικούς της Ελληνικής Αστυνομίας εξομοίωσαν ένα δημόσιο λειτούργημα με ένα οποιοδήποτε επάγγελμα. Οι καταργήσεις και συγχωνεύσεις των αστυνομικών τμημάτων και υπηρεσιών στο όνομα της εξοικονόμησης οικονομικών πόρων προκάλεσαν πολλά λειτουργικά προβλήματα καθώς αυτά εν μια νυκτί βρέθηκαν υποστελεχωμένα. Η αυξημένη ροή μεταναστών και προσφύγων και η παραμονή τους στο κέντρο της πόλης σε συνδυασμό με την αύξηση του αριθμού των αστέγων έθεσε σημαντικά πρακτικά ζητήματα αντιμετώπισης των ευάλωτων κοινωνικών αυτών ομάδων. Ταυτόχρονα, ωστόσο, ο νόμος Παρασκευόπουλου που στο όνομα της αποσυμφόρησης των φυλακών αφήνει ελεύθερους κρατούμενους με πολυετείς καθείρξεις ακόμα και για τα βαρύτερα των εγκλημάτων, χωρίς κριτήρια και περιορισμούς, χρειάζεται να επαναξιολογηθεί. Όπως, επίσης, χρειάζεται να επανεκτιμηθούν οι πραγματικές ανάγκες στη διάθεση αστυνομικού προσωπικού για φύλαξη επίσημων προσώπων πέραν των στενά προσδιορισμένων ως πολιτικών. Είναι αδιανόητο, σήμερα, να επιβαρύνονται οικονομικά οι πολίτες για τέτοιες παροχές σε βάρος της ενίσχυσης της αστυνόμευσης και των πεζών περιπολιών που πέραν όλων των άλλων ενισχύουν το αίσθημα της ασφάλειας. 

Το οξύ και πολυδιάστατο πρόβλημα της εγκληματικότητας στην Αθήνα, σε μια μητρόπολη περίπου 700.000 εγγεγραμμένων κατοίκων απαιτεί μια άλλη προσέγγιση. Μια προσέγγιση που δεν θα περιορίζεται σε δηλώσεις ή κινήσεις «έμπρακτης συμπαράστασης» από πολιτικά πρόσωπα σε έναν αγώνα εντυπώσεων. Αλλά, θα αναφέρεται σε ένα συντονισμένο σχέδιο δράσης της Πολιτείας για τη διασφάλιση της προστασίας του πολίτη και την αναβάθμιση της ποιότητας ζωής στο κέντρο της πόλης. Αυτό το σχέδιο δράσης χρειάζεται να το χαλυβδώσουμε με την πολιτική, κοινωνική και εθνική συναίνεση. Μόνο εάν προχωρήσουμε σε ένα ενιαίο μέτωπο κατά της ανομίας, της παραβατικότητας και της εγκληματικότητας, θα καταφέρουμε να διαμορφώσουμε τις προϋποθέσεις για την αναβάθμιση της ποιότητας ζωής στο κέντρο της πόλης. Στην κατεύθυνση αυτή, χρειάζεται να επενδύσουμε στην παιδεία και την αγωγή του πολίτη, να προσπαθήσουμε μέσα από τον εκπαιδευτικό θεσμό να παράξουμε πρότυπα αρχές και κανόνες που θα θωρακίζουν την κοινωνία από το αίσθημα ενός συλλογικού υποδόριου φόβου ότι ανά πάσα στιγμή το κράτος δικαίου μπορεί να καταλυθεί. 

Οι θέσεις του Κινήματος Αλλαγής είναι σαφείς.  Απαιτείται άμεσα:

Η αναδιοργάνωση των δομών της ΕΛ.ΑΣ. και η αναδιάταξη και ενίσχυση τόσο του ανθρώπινου δυναμικού, όσο και των υλικών πόρων. 

Η εξαίρεση των υπηρετούντων στα Σώματα Ασφαλείας από την οικονομική επιβάρυνση που φέρνει το νέο μισθολόγιο της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ. 

Η κατάργηση του νόμου Παρασκευόπουλου που στο όνομα της δήθεν «αποσυμφόρησης των φυλακών» οδηγεί αυτόματα σε αποφυλακίσεις ανεξαρτήτως κριτηρίου επικινδυνότητας των εγκληματιών. 

Η δημιουργία χώρων ελεγχόμενης χρήσης ναρκωτικών με ιατρική επίβλεψη, μια πρακτική η οποία όπου έχει εφαρμοστεί στην Ευρώπη έχει αποδειχθεί αποτελεσματική, κυρίως για τους άστεγους χρήστες ναρκωτικών, την πρόληψη της υπερβολικής δόσης και τη σταδιακή ένταξη σε κάποιο πρόγραμμα απεξάρτησης.

Η κατάλληλη διαμόρφωση δημοσίων κτιρίων που σήμερα σχολάζουν και η μετατροπή τους σε ξενώνες διημέρευσης και διαμερίσματα για τους άστεγους.

Είναι αποκλειστική αρμοδιότητα της κυβέρνησης μέσα από έναν κατάλληλο διϋπουργικό σχεδιασμό και με τη σύμπραξη της Τοπικής Αυτοδιοίκησης και των φορέων που δραστηριοποιούνται στην πόλη της Αθήνας να διασφαλίσει το αίσθημα ασφάλειας στους κατοίκους και να την επαναφέρει στην ευημερία. Άλλωστε, σε μια ευνομούμενη πολιτεία την κοινωνία των πολιτών πρέπει να διαπερνά ένα πραγματικό αίσθημα ασφάλειας, ώστε η αυτοδικία να τίθεται εκ των πραγμάτων στο περιθώριο.

* O κ. Δημήτρης Κωνσταντόπουλος είναι βουλευτής Αιτωλοακαρνανίας της Δημοκρατικής Συμπαράταξης.