ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Τα βήματα της Συνταγματικής Αναθεώρησης και η πρόταση του Κυριάκου Μητσοτάκη

του Παναγιώτη Τζαννετάτου - Δημοσίευση 30 Οκτωβρίου 2018, 20:04 / Ανανεώθηκε 30 Οκτωβρίου 2018, 20:04
Τα βήματα της Συνταγματικής Αναθεώρησης και η πρόταση του Κυριάκου Μητσοτάκη
Facebook Twitter Whatsapp

Η αυξημένη και η απλή πλειοψηφία

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

Το εναρκτήριο λάκτισμα της διαδικασίας για την Συνταγματική Αναθεώρηση αναμένεται να δώσει τις επόμενες μέρες η ΚΟ του ΣΥΡΙΖΑ με την κατάθεση της σχετικής πρότασης υπογεγραμμένης από 50 τουλάχιστον βουλευτές.

Οι ψηφοφορίες και η πρόταση Μητσοτάκη

Εφόσον η πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ κατατεθεί, ανακοινωθεί στη Βουλή και μοιραστεί στους βουλευτές, παραπέμπεται προς εξέταση στην Επιτροπή Αναθεώρησης του Συντάγματος (διακομματική όπου όλες οι ΚΟ καταθέτουν τις προτάσεις τους). Η Βουλή με απόφασή της που λαμβάνεται μετά από Πρόταση του Προέδρου, ορίζει προθεσμία για την υποβολή της έκθεσης της Επιτροπής Αναθεώρησης.

Μόλις ολοκληρωθούν όλα τα παραπάνω, το λόγο παίρνει η Ολομέλεια που σε ειδική συνεδρίαση συζητά αποκλειστικά την ανάγκη της αναθεώρησης. 

Το επόμενο βήμα θεωρείται και το πιο κρίσιμο: Η αναθεωρητική διαδικασία προβλέπει τρεις ψηφοφορίες μεταξύ δύο κοινοβουλευτικών Περιόδων (χρειάζονται εκλογές και επόμενη Βουλή). Σε μία από τις ψηφοφορίες αυτές για να μπορεί να αναθεωρηθεί ένα άρθρο του Συντάγματος θα πρέπει να λάβει 180 ψήφους.

►Διαβάστε επίσης: Αντιπολίτευση κατά Τσίπρα: Ευτελίζει μέχρι και τη συνταγματική αναθεώρηση για να αποπροσανατολίσει

 Η παρούσα βουλή επιλέγει μόνο τα άρθρα του Συντάγματος που θα τεθούν προς αναθεώρηση αλλά όχι το περιεχόμενό τους. Μπορεί δηλαδή να αποφασίσει ότι θα αναθεωρήσει το άρθρο 3 για τις σχέσεις του Κράτους με την Εκκλησία αλλά όχι να προσδιορίσει τη νέα τους σχέση. Για να γίνει αυτό θα πρέπει να μεσολαβήσουν εκλογές και μια νέα Βουλή που θα είναι η μόνη αρμόδια να καθορίσει το περιεχόμενο.

Στην παρούσα Βουλή, προβλέπονται δύο ψηφοφορίες σε διάστημα ενός μήνα που σκοπό έχουν να συγκεντρώσουν τα άρθρα είτε απλή (151 ψήφους) είτε ενισχυμένη (180) πλειοψηφία. Τα άρθρα που συγκεντρώνουν την απλή για να αναθεωρηθούν θα πρέπει στην επόμενη Βουλή (αυτή που έπεται των εκλογών) να συγκεντρώσουν την ενισχυμένη (να ψηφιστεί δηλαδή από 180), ενώ εκείνα που θα  έχουν ήδη συγκεντρώσει τους 180 θα μπορούν να αναθεωρηθούν κατά το δοκούν από την επόμενη κυβερνητική πλειοψηφία, με 151. Είναι ευνόητο πως όσα άρθρα δεν καταφέρουν να συγκεντρώσουν στις πρώτες δύο ψηφοφορίες αυτής της Βουλής την απόλυτη πλειοψηφία, απορρίπτονται.

Σημειώνεται ότι ο πρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας Κυριάκος Μητσοτάκης, ζητεί να κριθούν αναθεωρητέα όλα τα άρθρα του Συντάγματος [που δύνανται να αναθεωρηθούν] που εισηγούνται κυβέρνηση και αντιπολίτευση. Προτείνει μάλιστα να υπερψηφιστεί η εν λόγω πρόταση με ενισχυμένη πλειοψηφία – δηλαδή από 180 βουλευτές, ώστε «να επιλέξουν οι πολίτες την κατεύθυνση των συνταγματικών αλλαγών, με την ψήφο τους στις επικείμενες εκλογές».

Ωστόσο, ο αρχηγός της αξιωματικής ανησυχεί πως ο πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας θα μπλοκάρει την εν λόγω πρόταση, τόσο λόγω χρόνιων «ιδεοληψιών» του ΣΥΡΙΖΑ σε ζητήματα όπως η αναθεώρηση του άρθρου 16 για τα κρατικά πανεπιστήμια, όσο και για να επιχειρήσει να ενισχύσει το αριστερό πρόσημο της κυβέρνησης.

Η μετέπειτα διαδικασία

Εφόσον λοιπόν η παρούσα Βουλή, αποφασίσει την αναθεώρηση, ο πρόεδρος της επόμενης στην αρχή της πρώτης Συνόδου (τον πρώτο χρόνο) συνιστά Επιτροπή Αναθεώρησης τoυ Συντάγματoς για την επεξεργασία τoυ περιεχoμένoυ πλέον των αναθεωρητέων διατάξεων. Μόλις η εν λόγω επιτροπή ολοκληρώσει το έργο της και καταρτίσει τις προτάσεις, εγγράφεται ειδική συνεδρίαση στην Ολομέλεια όπου κορυφώνεται η διαδικασία με μία και μόνη  ψηφοφορία. Εκεί λοιπόν οι πλειοψηφίες που αναζητούνται για το περιεχόμενο των διατάξεων, εξαρτώνται από τις ψήφους που έλαβε το επίμαχο άρθρο στην προηγούμενη Βουλή. Όσα έχουν λάβει 180 ψήφους αλλάζουν με μια απλή κοινοβουλευτική πλειοψηφία, όσα όμως λάβουν 151 θα πρέπει να συγκεντρώσουν 180.

Αξίζει να σημειωθεί πως βάσει Συντάγματος αν η αναθεωρητική διαδικασία αποτύχει (όπως έγινε επί της ουσίας το 2018), θα χρειαστεί να περάσουν πέντε χρόνια (ουσιαστικά 10) για να εκκινήσει και πάλι.   

►Διαβάστε επίσης: Τσίπρας στην ΚΟ του ΣΥΡΙΖΑ για τη Συνταγματική αναθεώρηση: Η ΝΔ θυμίζει τζογαδόρο