Υπάρχει ηθική και πολιτική ευθύνη του πολιτικού συστήματος για την ανήκεστη κρατική μας διάλυση, για το κομματικό παρακράτος στο συνδικαλισμό, στα σχολεία, στα Πανεπιστήμια, στα δημόσια έργα, στη λιμοκτονία των συνταξιούχων, τον χρηματισμό των δημοσίων λειτουργών, την ατιμωρησία της αυθαιρεσίας.
Η ελπίδα του Χέγκελ ότι η Ιστορία, ως συλλογική μνήμη και κρίση, είναι το υπέρτατο κοσμικό δικαστήριο αποδεικνύεται στον δικό μας κόσμο και πολιτισμό ρομαντικό ιδεολόγημα.

Και μέσα σε αυτό το κλίμα έρχεται η Ευρωπαϊκή Ένωση με προεξάρχουσα την Γερμανία να μας κηρύξει τον... πόλεμο.
Ένα πόλεμο χωρίς όπλα με τα ίδια όμως αποτελέσματα που θα είχε μια μάχη για την κατάκτηση ενός υψώματος. Μας εκβιάζουν και ... βιάζουν την καθημερινότητα μας. Η ενοχή τους είναι εμφανής. Παίζουν το παιχνίδι τους στις πλάτες ενός λαού μιας μικρής χώρας γιατί απλούστατα μας βρήκαν ανοχύρωτους.
Σήμερα φιλοξενούμε το άρθρο του αειμνήστου Γεωργίου Βλάχου το οποίο έγραψε στην “ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ” τις πρώτες μέρες της κήρυξης του πολέμου απο τον ΑΞΩΝΑ το 1940.

Εάν προσαρμόσετε ονόματα και καταστάσεις θα δείτε οτι είναι πιο επίκαιρο από ποτέ:

ΤΟ ΣΤΙΛΕΤΟ

Τὸν πόλεμον αὐτὸν δὲν τὸν ἐζητήσαμεν, δὲν τὸν προεκαλέσαμεν, δὲν τὸν ἠθελήσαμεν. Μᾶς ἐπεβλήθη. Μᾶς ἐπεβλήθη κατὰ τὸν χυδαιότερον, κατὰ τὸν σκαιότερον τρόπον. Ἅμα ἔμειναν οἱ προπηλακισμοὶ ἀναπάντητοι, ἅμα ἠκούσθησαν μὲ σιωπηλὴν ἀπάθειαν αἱ προκλήσεις, ἅμα κατεβλήθη προσπάθεια ὅπως ἀγνοηθῆ καὶ αὐτὴ ἡ ταυτότης τῶν γενναίων οἱ ὁποῖοι ἔπνιξαν ἠγκυροβολημενην τὴν «Ἕλλην», εἰς τὸ τέλος, ἐπειδὴ φόβος ὑπῆρχε μὴ αἱ ὕβρεις, αἱ συκοφαντίαι καὶ οἱ πνιγμοὶ δὲν χρησιμεύσουν καὶ δὲν γίνη ὁ πόλεμος, κατέφθασε χθὲς ὁ κ. Γκράτσι εἰς τὸν οἶκον τοῦ Πρωθυπουργοῦ τῆς Ἑλλάδος, εἰς τὰς τρεῖς τὸ πρωί, καὶ τοῦ ἐζήτησε, προχείρως, τὴν ἄδειαν νὰ μᾶς καταλάβη. Τὴν ἄδειαν νὰ καταλάβη τὴν Κέρκυραν, τὴν Ἤπειρον, τὴν Κρήτην, τὸν Πειραιᾶ, κάτι «στρατηγικὰ σημεῖα», χρήσιμα εἰς τοὺς Ἰταλούς. Καὶ ὅταν καὶ εἰς αὐτὸ τὸ αὔθαδες αἴτημά του δὲν ἐδόθη ἀμέσως ἀπάντησις, ἀμέσως ἐδήλωσεν ὅτι μετὰ ὥρας τρεῖς οἱ Ἰταλοὶ θὰ εἰσέβαλλον εἰς τὸ ἔδαφός μας.
- Τότε ἀποτελεῖ κήρυξιν πολέμου τὸ διάβημά σας;
Ὁ πρεσβευτὴς δὲν ἀπήντησεν, ἀλλὰ περὶ τὰ ἐξημερώματα -μετὰ ὥρας ὄχι κἂν τρεῖς ἀλλὰ δύο- ἀπήντησαν ἀπὸ ξηρᾶς καὶ ἀέρος οἱ Ἰταλοί. Ἐπάνω, διὰ τῶν συνόρων τῆς ὑποδούλου των Ἀλβανίας, ἐπεχείρησαν νὰ προσβάλουν τὰς θέσεις μας. Ἐδῶ, ἔφθασαν μὲ τὰ ἀεροπλάνα των καὶ τὰς βόμβας των καὶ ἐκτύπησαν τὰς Πάτρας, τὴν Κόρινθον, τὸ Τατόι. Διατί;... Διότι κατὰ βάθος εἶναι μωροί. Διότι, ἔχοντες ἀνάγκην νὰ νικήσουν εἰς αὐτὸν τουλάχιστον τὸν πόλεμον κάτι, ἐπίστευσαν ὅτι ἐδῶ, εἰς τὴν Ἑλλάδα, θὰ τοὺς δοθῆ ἡ εὔκολος νίκη, καὶ ὅτι ἐδῶ θὰ συναντήσουν ἀνθρώπους οἱ ὁποῖοι θὰ τακτοποιήσουν μὲ τοὺς ἀριθμοὺς τὴν τιμὴν των καὶ θὰ μετρήσουν τὰ ὅσα ἔχουν πυροβόλα καὶ ἀεροπλάνα καὶ ἅρματα μάχης καί, ἅμα πεισθοῦν ὅτι δὲν ἔχουν οὐδὲ τὸ δέκατον ἐκείνων τὰ ὁποῖα διαθέτουν οἱ Ἰταλοί, θὰ παραδώσουν τὴν γῆν των εἰς τοὺς στρατοὺς των ἀμαχητὶ καὶ ἀμαχητὶ τὰς παρειάς των εἰς τοὺς κόλαφους των.
Ἀλλὰ διατὶ πρὶν ἐδῶ κινηθῆ πρὸς τὸν πρωθυπουργικὸν οἶκον ὁ φαιδρότατος ἀντιπρόσωπός των καὶ κινηθῆ ἐκεῖ εἰς τὴν Ἤπειρον ὁ στρατός των, δὲν ἔρριπτον ἓν πρόχειρον βλέμμα εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Ἱστορίαν;... Πότε ἡ Ἑλλὰς παρεδόθη ἀμαχητί; Πότε ἐνικήθη πρὶν ποτίση τὸ χῶμα της μὲ τὴν τελευταίαν ρανίδα τοῦ αἵματός της; Εἰς ποίαν στιγμὴν ἔκαμε λογαριασμοὺς τῶν δυνάμεών της πρὸς τὰς δυνάμεις τοῦ ἀντιπάλου της, διὰ νὰ μάθη ἔπειτα ἂν ἔχη τὴν δυνατότητα νὰ ὑπερασπίση τὴν τιμήν της; Κράτος μικρὸν μὲ ἱστορίαν μεγίστην, μήτηρ θηλάσασα τὴν ὑφήλιον, φάρος λαμπροτάτου φωτός, ἡ Ἑλλάς, καταυγάσασα τοὺς αἰῶνας, ἔδωσεν εἰς ὅλην τὴν ἀνθρωπότητα ὄχι μόνον τὴν ζωήν, τὸ φῶς, τὸν πολιτισμόν, τὰ γράμματα καὶ τὰς τέχνας, ἀλλὰ καὶ τὸ παράδειγμα τῆς αὐτοθυσίας καὶ τοῦ ἡρωισμοῦ, τὴν Σαλαμῖνα, τὰς Θερμοπύλας, τὸ Ζάλογγον, τὸ Σοῦλι, τὸ Μεσολόγγι...
Κληρονόμοι πλούτου τόσον μεγάλου, βαρεῖς ἀπὸ τὸν φόρτον τόσων θρύλων καὶ τόσων παραδόσεων, πῶς μᾶς ἐφαντάσθησαν τώρα κύπτοντας ἐμπρὸς εἰς τὰ κατάστιχα τῶν πετρελαίων καὶ τῆς βενζίνης καὶ τῶν μηχανοκίνητων μονάδων καὶ ἀποφασίζοντας νὰ παραδώσωμεν τὴν ἱστορίαν μας εἰς τοὺς ἀριθμοὺς καὶ εἰς τὰ πετρέλαια τὴν τιμήν μας;...
***
Θὰ ἀποθάνωμεν ὅλοι. Χωρὶς νὰ πρέπη, χωρὶς νὰ τὸ θέλωμεν. Διότι ὅταν ὁ πόλεμος ἐξερράγη, ὅταν οἱ ἰσχυροὶ συνεπλάκησαν, προσεπαθήσαμεν παντὶ τρόπῳ νὰ ἔχωμεν τὴν πτωχήν μας εὐτυχίαν εἰς μίαν γωνίαν ἀπυρόβλητον καὶ τιμίαν. Δὲν εἴχομεν ἐχθρότητας, δὲν εἴχομεν μίση. Ἠθελήσαμεν νὰ μείνωμεν ἔξω του ἀγῶνος τῶν ἄλλων, ἐπιβάλλοντες σιωπὴν καὶ εἰς αὐτοὺς τοὺς παλμοὺς τῆς καρδίας μας. Δὲν προεκαλέσαμεν κανένα, δὲν ἠπατήσαμεν κανένα, δὲν ἠθελήσαμεν οὐδὲ στόχοι ὑπονοιῶν νὰ ὑπάρξωμεν ἀπέναντι οὐδενός. Ἀλλ᾿ ἄλλως ἔδοξεν εἰς τὴν Μοῖραν καὶ εἰς τοὺς αἰωνίους Βρούτους αὐτῆς τῆς γῆς. Ἐκεῖ εἰς τὴν γωνίαν ὅπου ἠλπίζαμεν ὅτι δὲν θὰ μᾶς φθάσουν αἱ σφαῖραι καὶ τὰ θραύσματα τῶν ὀβίδων, παρουσιάσθη ἐξαφνικὰ τὸ στιλέτον. Θὰ τὸ ὑποδεχθῶμεν -τὸ ὑπεδέχθημεν ἤδη- μὲ τὸ μέτωπον ὑψηλά, μὲ τὸ στῆθος προτεταμένον, μὲ τὰς χείρας ἐνόπλους, μὲ κάτι ἀνώτερον ἀπὸ τὸν χάλυβα, τὰ ἀεροπλάνα καὶ τὸ πετρέλαιον: μὲ τὸ θάρρος καὶ μὲ τὰ πτερὰ τῆς ψυχῆς. Θὰ ἀποθάνωμεν ὅλοι, χωρὶς νὰ πρέπη καὶ χωρὶς νὰ τὸ θέλωμεν. Καὶ ἂν οἱ Ἰταλοὶ κατορθώσουν νὰ νικήσουν ἕνα λαὸν ὁ ὁποῖος ἔχει ἀποφασίσει νὰ ἀποθάνη, ἔ, τότε θὰ εἶναι ἡ ἀπὸ αἰώνων πρώτη μεγάλη καὶ παράδοξος νίκη των. Ἀλλ᾿ αὐτὸ δὲν θὰ συμβῆ. Ἡ Ἑλλὰς θὰ νικήση, θὰ νικήση ἡ αὐτοθυσία, τὸ θάρρος, ἡ Ἰδέα -καὶ τὸ στιλέτον θὰ ἡττηθῆ.