Την έντονη αντίθεσή του στις απαιτήσεις της τρόικας για κατάργηση της Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας και μείωση των κατώτατων μισθών εξέφρασε, εξέφρασε ο υπουργός Εσωτερικών Χάρης Καστανίδης, μιλώντας στον Bήμα 99,5, στέλνοντας μήνυμα στην τρόικα ότι «αν είναι να εξαθλιωθούμε, δεν έχουμε ανάγκη από δανειστές». Για το αίτημα της τρόικας περί κατάργησης των συλλογικών συμβάσεων ο κ. Καστανίδης είπε: «Οι συλλογικές συμβάσεις δεν μπορούν να καταργηθούν. Δεν μπορούμε να παραβιάσουμε το Σύνταγμα, να πάμε σε παραβίαση δημοκρατικών δικαιωμάτων που οι δανειστές ζουν στη χώρα τους. Αυτό θα ήταν η άμετρη εξαθλίωση του πολιτικού μας συστήματος, εάν δεχόμασταν να καταργηθούν οι συλλογικές διαπραγματεύσεις, διότι είναι ένας θεσμός δημοκρατικός και συνταγματικά κατοχυρωμένος ή ακόμη και η μείωση του επιπέδου της ΕΓΣΣΕ που καθορίζει τον κατώτατο μισθό στα 750 ευρώ. Συνεπώς, δεν μπορεί να γίνει αυτό. Έχουμε ήδη την απάντηση από τον υπουργό Εργασίας και τον ίδιο τον πρωθυπουργό, ο οποίος είπε ότι «δεν μπορούμε να γίνουμε Ινδία».

Για τη διαπραγματευτική θέση της κυβέρνησης τόνισε: «Επειδή ζω εκ των έσω αυτήν την υπόθεση, σας διαβεβαιώνω ότι υπάρχουν πολλές φορές που η κυβέρνηση έχει θέσει φραγμούς στις επιδιώξεις της τρόικα, παρότι αυτό δεν είναι εύκολο να αναγνωριστεί, διότι ο κόσμος συμπιέζεται. Στο τελευταίο παράδειγμα για την εργασιακή εφεδρεία, η τρόικα δεν συζητούσε το συνταξιοδοτικό καθεστώς αυτών που μπαίνουν σε εφεδρεία. Ζητούσε ωμές απολύσεις, αδιάφορο ποιοι θα βρίσκονταν αύριο το πρωί στο δρόμο. Η διαπραγμάτευση της κυβέρνησης ήταν που έφερε αυτή τη λύση και είναι η ηπιότερη δυνατή στις συνθήκες που ζούμε».

«Θα μου επιτρέψετε και ένα σχόλιο: δυστυχώς η τρόικα φέρνει προς διαπραγμάτευση αιτήματα που εξάγονται από την Ελλάδα, από συγκεκριμένους μη πολιτικούς παράγοντες. Εννοώ ότι μη θεσμικοί παράγοντες της πολιτικής επαναφέρουν αιτήματα που εισάγει η τρόικα ως επαναδιαπραγμάτευση. Το έχω ζήσει στις διαπραγματεύσεις για τα κλειστά επαγγέλματα και το λέω μετά λόγου γνώσεως. Μη πολιτικοί παράγοντες. Ποιος έχει θέσει το θέμα της μη ύπαρξης ή μη επέκτασης των κλαδικών συμβάσεων; Γιατί ενώ υπήρξε συμφωνία μεταξύ ΣΕΒ και ΓΣΕΕ ότι και η ΕΓΣΣΕ θα υπάρξει, όπως υπήρξε στα 750 ευρώ, αλλά και κλαδικές συμβάσεις, έρχεται τώρα το αίτημα που δεν συνδέεται μεν με την καταβολή της 6ης δόσης, αλλά είναι να καταργηθούν ή να μην εφαρμοστούν περαιτέρω κλαδικές συμβάσεις»;

Για το αν υπήρξε καθυστέρηση εκ μέρους της κυβέρνησης στη λήψη μέτρων είπε: «Ορισμένα μέτρα θα έπρεπε να τα έχουμε πάρει ανεξαρτήτως εάν υπήρχε πρόβλημα δανεισμού της χώρας. Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία γι’ αυτό, όπως ούτε για το ότι θα έπρεπε να έχουν γίνει πολλά χρόνια πίσω. Και δυστυχώς το μαρτύριο αυτής της κυβέρνησης, με την έννοια ότι φέρει στους ώμους της το ιστορικό βάρος της ευθύνης, είναι ότι επιχειρεί να ξελασπώσει μια χώρα για όσα δεν έγιναν επί δεκαετίες και επιχειρούμε να το κάνουμε αυτό σε πολύ πυκνό χρόνο και με μεγάλη ένταση».

«Υπάρχουν λοιπόν μέτρα που θα έπρεπε να έχουμε πάρει έτσι ή αλλιώς. Αλλά υπάρχουν και μέτρα που έρχονται στο πλαίσιο της διαπραγμάτευσης με την τρόικα και οδηγούν σε μια μη αποδεκτή κατάσταση στο βιοτικό επίπεδο του ελληνικού λαού. Εάν η τρόικα είναι να ζητεί μέτρα που μειώνουν το βιοτικό επίπεδο σε πρωτόγνωρα επίπεδα για ευρωπαϊκή χώρα, τότε δεν έχουμε την ανάγκη των δανειστών. Μπορούμε να στραφούμε στον ελληνικό λαό – και ίσως είναι μια ιδέα που πρέπει να έχουμε προ οφθαλμών – και να του πούμε πολύ καθαρά: τα έσοδά μας είναι 54 δις ευρώ. Οι δαπάνες μας πρέπει να είναι το ίδιο και όχι 110 δις που είναι σήμερα. Άρα λοιπόν μπορούμε να πάμε, αν θέλετε, σε όσες δαπάνες είναι τα έσοδά μας και αυτό σημαίνει ότι απεξαρτώμεθα από τις δανειακές ανάγκες, αλλά ταυτόχρονα να έχουμε εμείς συνείδηση ότι μόνοι μας έχουμε επιλέξει το σοβαρότατο χαμήλωμα του βιοτικού επιπέδου».

Για το αν αυτή η πρόταση σημαίνει και έξοδο από την Ευρωζώνη, ο κ. Καστανίδης είπε «όχι» σημειώνοντας ότι «δεν θα πρέπει να γίνει».

Για το αν η τρόικα γνωρίζει την πραγματική κατάσταση στη χώρα, είπε: «Πληροφόρηση έχει για το τι πρέπει να γίνει. Και θεωρώ ότι έχει πληροφόρηση και για τα τεράστια προβλήματα της χώρας και της Ευρωζώνης. Πολιτικά διλήμματα – γιατί στην πολιτική πρέπει να τίθενται ερωτήματα και να απαντώνται στην κατάλληλη στιγμή – δεν έχουν τεθεί με τον τρόπο που έπρεπε. Αλλά στέλνω και ένα μήνυμα προς την τρόικα: εάν είναι να υποβαθμίσουν το βιοτικό μας επίπεδο, εξαρτώντας μας από δανειακές ανάγκες, αυτό είναι κάτι που μπορούμε να το κάνουμε και μόνοι μας, χωρίς δανειακή εξάρτηση».

Για τα ταμειακά διαθέσιμα της χώρας και την 6η δόση ανέφερε: «Το πόσο αρκούν τα ταμειακά διαθέσιμα της χώρας, δεν το χειρίζομαι εγώ. Το χειρίζεται το υπουργείο Οικονομικών. Συνεπώς, αυτή την πληροφορία μπορεί να σας τη δώσει το ΥΠΟΙΚ. Επιπλέον, αυτήν την ώρα, σε συνθήκες έκτακτες, σε συνθήκες βίαιης δημοσιονομικής προσαρμογής με τεράστιες θυσίες του ελληνικού λαού, δεν μπορεί να παίξει κανείς επικοινωνιακό παιχνίδι. Ούτε η τρόικα ούτε, πολύ περισσότερο, η ελληνική κυβέρνηση. Τι άλλο να ζητηθεί από τον ελληνικό λαό εκτός από μια πειθαρχία στην εφαρμογή των μέτρων προκειμένου να είμαστε συνεπείς στις δεσμεύσεις που έχουμε αναλάβει; Η εκτίμηση που έχω – και νομίζω βασίμως – είναι ότι δεν υπάρχει αναβολή λόγω της επικοινωνιακής διάθεσης της τρόικα να δημιουργήσει περαιτέρω δυσκολία ή πίεση στον ελληνικό λαό, αλλά διότι ακόμη δεν έχει δοθεί η έκθεση της τρόικα για ό,τι είχε αρχικά συμφωνηθεί».

Για την εργασιακή εφεδρεία και αν θα επεκταθεί και στους δήμους είπε ότι «το ζήτημα αφορά αυτούς που βρίσκονται στο όριο της θεμελιώσεως πλήρους συνταξιοδοτικού δικαιώματος. Αφορά το σύνολο του προσωπικού με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και την έκταση θα τη δούμε μέχρι τον αριθμό της συμπλήρωσης των 30.000 ανθρώπων και από το υπόλοιπο δημόσιο (τομέα), όπου εκεί θα είναι η λύση του προσυνταξιοδοτικού καθεστώτος με την κατάργηση των οργανικών θέσεων – πάντοτε, όμως, γι’ αυτούς που στους 24 μήνες συμπληρώνουν πλήρες συνταξιοδοτικό δικαίωμα πριν τεθούν στην εφεδρεία, έτσι ώστε να μη συνοδευτεί η λήξη της εφεδρείας με δύσκολες οικονομικές συνθήκες. Να έχουν, δηλαδή, με τη λήξη της εφεδρείας το πλήρες συνταξιοδοτικό τους δικαίωμα για να το πάρουν».