Επιστροφή σε δυναμικό ρόλο αντιπολίτευσης επιχειρεί ο Αντώνης Σαμαράς, θέτοντας δύο κεντρικές παραμέτρους, με στόχο τη διατήρηση του θέματος των εκλογών, στην κορυφή της πολιτικής ατζέντας: Πρώτον, την υπενθύμιση των πεπραγμένων της κυβέρνησης Παπανδρέου –με τα αποτελέσματα της διετίας να αποτελούν αιτία της σημερινής ελληνικής κρίσης- και δεύτερον, την ανάδειξη της κυβέρνησης Παπαδήμου σε πολιτική «παρένθεση».
Οι δύο τελευταίες ομιλίες του Προέδρου της ΝΔ, η μία κατά τη συζήτηση για τον Προϋπολογισμό του επόμενου έτους και η δεύτερη κατά τη συνεδρίαση της ολομέλειας του συνεδρίου του ΕΛΚ στην Μασσαλία, αποτυπώνουν ξεκάθαρα την ατζέντα της ΝΔ για τους επόμενους μήνες, προσδιορίζοντας το περίγραμμα της ρητορικής Σαμαρά, ανεξάρτητα από τις εξελίξεις και το αποτέλεσμά τους, στην Ευρώπη.

Με ηπιότερους, συγκριτικά με το παρελθόν, χαρακτηρισμούς, αλλά με ταυτοσημο «διά ταύτα», ο κ. Σαμαράς διατηρεί αναλλοίωτο το εννοιολογικό περιεχόμενο της «επαναδιαπραγμάτευσης του μνημονίου», περιοριζόμενος όμως σε συνοπτικές αναφορές στην μελετημένη διαφοροποίηση της ασκούμενης πολιτικής και έχοντας ως κοινό παρονομαστή την ανάκαμψη της οικονομίας. Επιλέγει πάντως να παίξει και... άμυνα, καθώς φιλτράρει τα αποτελέσματα της τροποποίησης των όρων του μνημονίου μέσα από τις ευρωπαϊκές εξελίξεςι ως προς την κρίση χρέους.

Επαναφέρει τις –από το παρελθόν- κοινωνικές του δεσμεύσεις για αποκατάσταση των χαμηλών συντάξεων και των πολυτεκνικών επιδομάτων, επιλέγει όμως να εξηγήσει τεχνοκρατικά την ανάγκη μείωσης των φορολογικών συντελεστών, υποβαθμίζοντας την «πατριωτική ρητορική» του επιχειρήματός του. Όλα αυτά όμως με κοινή συνισταμένη την λειτουργία της κάλπης ως βαλβίδας εκτόνωσης της κοινωνικής οργής, γεγονός που ενισχύει τη «γαλάζια» αντίληψη περί «παρένθεσης Παπαδήμου».

Στο πλαίσιο αυτό, ιδιαίτερη αξία προσλαμβάνουν οι αναφορές Σαμαρά κατά τη χθεσινή συνεδρίαση της ολομέλειας του συνεδρίου του ΕΛΚ στην Μασσαλία, με τις οποίες ο Πρόεδρος της ΝΔ επεδίωξε αφ’ ενός να αποσαφηνίσει το ιδεολογικό στίγμα της ΝΔ, αφ’ ετέτου να προσδιορίσει εννοιολογικά το περιεχόμενο του «κοινωνικού φιλελευθερισμού» (όρος τον οποίο, υπενυμίζεται, επέλεξε ο ίδιος κατά την προεκλογική περίοδο του 2009 για τη διαδοχή).

Εξελίσσοντας το –κατά Κωνσταντίνο Καραμανλή- ιδεολογικό στίγμα της παράταξης, αυτό του «ριζοσπαστικού φιλελευθερισμού» και συγκεράζοντάς το με το «κοινωνικό κέντρο» του Κώστα Καραμανλή, ο Αντώνης Σαμαράς επεχείρησε –τόσο στο προσκήνιο, με την ομιλία του, όσο και στο παρασκήνιο, με τις επαφές που είχε και θα έχει στο περιθώριο της Συνόδου, ο ίδιος και οι συνεργάτες του- να περιγράψει με ιδεολογικούς όρους, την πολιτική που πρέπει να εφαρμοστεί, τόσο στην Ελλάδα, όσο και στη δοκιμαζόμενη Ευρώπη.

Παράλληλα, η στάση Σαμαρά, εντός και εντός συνόρων, ερμηνεύεται από την Συγγρού και ως μήνυμα προς εσωκομματικούς αποδέκτες. Τόσο σε εκείνους που εκφράζουν διαφοροποιήσεις απέναντι σε στοιχεία της πολιτικής πρακτικής που έχει επιλεγεί μέχρι σήμερα από την ηγεσία του κόμματος, όσο και στυς νεοεμφανιζόμενους «υπέρμαχους του αντιμνημονιακού μετώπου» που διαπιστώνουν αλλαγή της μέχρι σήμερα ακολουθούμενης γραμμής. 

Πάνος Ρασσιάς