«Η πιθανότητα μίας νέας πολιτικής κρίσης που ενδεχόμενα θα έριχνε την κυβέρνηση δεν μπορεί να αποκλείστει στο πλαίσιο μίας κοινωνίας που βιώνει τη λιτότητα» δήλωσε χαρακτηριστικά ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης Παπαδήμου, Θεόδωρος Πάγκαλος.  Μιλώντας, αυτή τη φορά, στην κινεζική οικονομική εφημερίδα China Business News (Diyi Caijing Ribao) ο κ. Πάγκαλος τόνισε ότι «ο Λουκάς Παπαδήμος ηγείται μίας νέας κυβέρνησης που χαίρει ευρύτατης πολιτικής και κοινωνικής εμπιστοσύνης», μίας κυβέρνησης η οποία «σχηματίστηκε με συναίνεση και αποστολή της είναι να ικανοποιήσει συγκεκριμένες υποχρεώσεις πριν την προκήρυξη εκλογών». Σύμφωνα με τον αντιπρόεδρο της κυβέρνησης ο κ. Παπαδήμος έχει την αποφασιστικότητα καθώς και την εμπειρία να αντιμετωπίσει τους ευρωπαϊκούς και εγχώριους πολιτικούς και οικονομικούς μετασχηματισμούς.

«Αποστολή της Κυβέρνησης είναι να εφαρμόσει τις διατάξεις του Μνημονίου και τις συμφωνίες που υπογράφηκαν με την Τρόικα και τους Ευρωπαίους εταίρους μας. Η διενέργεια εκλογών θα ανακοινωθεί από τον Πρωθυπουργό μετά την εκπλήρωση αυτών των προϋποθέσεων», τόνισε.

Επεσήμανε μάλιστα ότι ούτε ο ίδιος αλλά ούτε και το 60% των πολιτών δεν βλέπει λόγο να προκηρυχθούν εκλογές πριν την επίτευξη αυτών των στόχων, ωστόσο ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης επανέλαβε ότι δεν έχει κατατεθεί καμία ρεαλιστική εναλλακτική πρόταση...

Ειδικότερα, σύμφωνα με τον κ. Πάγκαλο «οι μικρές σε αριθμό, ριζοσπαστικές πρωτοβουλίες που έχουν υποβάλει οι κομμουνιστές και άλλα μικρά κόμματα της Αριστεράς έχουν απορριφθεί από την πλειοψηφία των πολιτών ως μη ρεαλιστικές ξεπερασμένες». 

Ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης δεν παρέλειψε να αναφερθεί για ακόμη μία φορά στους διαδηλωτές - αυτή τη φορά χωρίς ακραίους χαρακτηρισμούς αλλά τηρώντας την ίδια σκληρή επιχειρηματική του γραμμή. «Οι επονομαζόμενοι διαδηλωτές κατά της λιτότητας, λιγότεροι αριθμητικά σήμερα, συνεχίζουν τις διαδηλώσεις τους κατά του προγράμματος εξυγίανσης της οικονομίας. Επιπλέον, ακραία στοιχεία που παρεισφρέουν στις διαδηλώσεις καταστρέφουν το κέντρο της Αθήνας και προκαλούν σημαντική ζημιά στην ελληνική οικονομία και ιδίως στον τομέα του τουρισμού».