Του Αιμίλιου Ζαχαρέα
Aσύστολα ψέματα λένε οι κυβερνήσεις, τα κόμματα, τα συνδικάτα, η εργοδοσία, η Ευρωπαϊκή Ένωση, οι ΗΠΑ κ.α. πως το σημερινό επίπεδο της ανεργίας συνιστά σοβαρή κρίση που μπορεί να ξεπεραστεί με διάφορα μέτρα οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής. (Εδώ υπεισέρχονται οι προτάσεις των αντιτιθεμένων συμφερόντων που για λογαριασμό τους διεκδικούν την καλύτερη δυνατή λύση). Όχι! Δεν υπάρχει κρίση η υπέρβαση της οποίας κάποτε θα οδηγήσει σε συνθήκες ικανοποιητικού επιπέδου απασχόλησης. Η δυνατότητα αυτή τελείωσε και είναι ανεπίστρεπτη, όπως το βέλος του χρόνου.

Αυτό που υπάρχει, αυτό που είναι η πραγματικότητα και που θα χαρακτηρίζει μονίμως την ανθρώπινη κατάσταση, είναι η πλήρης ανατροπή του θεμελίου του Δυτικού Πολιτισμού, δηλαδή εκείνου του «παραδείγματος» που βασίστηκε στην «εργασία» και στην χριστιανική προτροπή πως με τον ιδρώτα του προσώπου σου θα εργάζεσαι για να ζήσεις! Η ανατροπή του δυτικού πολιτισμικού προτύπου αφορά τον «κόσμο της εργασίας» που είναι και το θύμα αυτής της τραγωδίας. Εκατομμύρια άνθρωποι αλλά και εκατομμύρια που θα γεννιούνται, ουδέποτε θα έχουν την ελπίδα να εργαστούν! Ποτέ δεν πρόκειται πλέον να βρουν δουλειά. Απλούστατα γιατί είναι σε ιστορική α-χρησία. Κανείς δεν χρειάζεται το αποτέλεσμα του μόχθου τους! Και τα περί «νέων θέσεων εργασίας» υποδηλούν άγνοια ή απάτη.

Ο σημερινός κόσμος εξελίσσεται μέσω της κυβερνητικής, των προηγμένων μορφών της πληροφορικής και της επικοινωνίας, της καταπληκτικής ταχύτητας του άμεσου γεγονότος που καλύπτει σχεδόν εξ’ επαφής τον χώρο και τον χρόνο. Η οικονομία της αγοράς δεν έχει ανάγκη την παρουσία του ανθρώπου που με απάθεια, αμηχανία και παράλυση παρακολουθεί ντροπιασμένος την οικονομική του απαξίωση.

Ένας ελάχιστος αριθμός ατόμων που περιφέρεται γύρω από τις αναφερθείσες δραστηριότητες, έχει αποκτήσει μιαν πρωτοφανή για τα ιστορικά μέτρα ισχύ και μιαν ανεξέλεγκτη εξουσία που διαπερνά τα εθνικά σύνορα, τα ξεχωριστά κράτη, τις ισχύουσες νομοθεσίες, τις κυβερνήσεις κλπ.. Για τις μεγάλες διεθνικές και παγκόσμιες επιχειρήσεις τα κράτη δεν είναι παρά μικρές κοινότητες.

Η παγκοσμιοποίηση της οικονομίας, η οποία ταυτοχρόνως είναι και παγκοσμιοποίηση της απάθειας, στην κυριολεξία πετά τον κόσμο της εργασίας στα αχρείαστα πρότυπα. Εδώ και μερικά χρόνια ήταν αρκετό οι άνθρωποι να παραμένουν στη δουλειά τους. Τώρα πρέπει να μάθουν να ζουν χωρίς εργασία διότι οι σημερινοί διευθύνοντες την τύχη του πλανήτη δεν τους χρειάζονται! Και ας προσέξουμε! Δεν τους χρειάζονται και ως αντικείμενα εκμετάλλευσης! Ο Μαρξ θα πεταγόταν από τον τάφο του αν διαπίστωνε πως «ο εφεδρικός στρατός εργασίας» δεν είναι απαραίτητος ούτε ως παράγοντας για την πτωτική τάση του επιπέδου των μισθών! Το ίδιο και η εκμετάλλευση της εργασίας ως πηγή του καπιταλιστικού κέρδους. Αν εκατομμύρια άνθρωποι έφευγαν από τη ζωή, ουδέν πρόβλημα για την οικονομία της αγοράς! Αντιθέτως, θα εθεωρείτο πλεονέκτημα. Οι μισθωτοί έχασαν ακόμα και το προσόν να είναι εκμεταλλεύσιμοι. Τι έχουν γίνει; Έγιναν «απασχολήσιμοι»! Τον όρο χρησιμοποιούν ευρέως «χωρίς αγάπη και ντροπή» και δικοί μας κυβερνητικοί παράγοντες.

Πρόκειται για τον άνθρωπο που ακόμα είναι «μισθωτός» αλλά διαθέσιμος σε κάθε αλλαγή, σε κάθε γούστο του οποιουδήποτε εργοδότη, ιδιωτικού ή κρατικού. Πρέπει να είναι πρόθυμος ν’ αλλάζει δουλειά όπως αλλάζει εσώρουχα, έχοντας, όπως έλεγε ο αμερικανός οικονομολόγος Robert Reich(βλέπε Le Monde, 7-8 Απριλίου 1996) μιαν «εύλογη εγγύηση», διάβαζε καμιά σιγουριά να βρει διαφορετική εργασία κάπου αλλού!

Η απασχολησιμότητα θεωρήθηκε από τους πολιτικούς της συγκυρίας ως εφόδιο το οποίο δήθεν εμπλουτίζει τις εργασιακές εμπειρίες αντί να θεωρείται προϊόν ανάγκης και εξαναγκασμού που μετατρέπει τις «θέσεις» εργασίας σε άγριο πεδίο ανταγωνισμού μεταξύ των «απασχολήσιμων» χωρίς εγγυήσεις, χωρίς ενημέρωση, χωρίς επαρκή συγκρότηση και επαγγελματικότητα πηδούν σαν τον σκύλο για ν’ αρπάξουν το «κόκαλο του μισθού» που ενδεχομένως σήμερα θα βρίσκεται στην πόλη όπου μεγάλωσαν, αύριο σε τεράστια απόσταση απ’ αυτή. Ίσως σε άλλη χώρα, κάνοντας τις πιο αλλοπρόσαλλες δουλειές ξένες προς τον ψυχισμό, την νοοτροπία και την υγεία τους.

Το αποτέλεσμα: Οι απασχολήσιμοι δεν αποκτούν δεσμούς, αλληλεγγύη, αυτοσεβασμό, δεν οργανώνονται - πού να προλάβουν άλλωστε! - θα περιφέρονται εκεί όπου οι ελάχιστοι ισχυροί θα τους τοποθετούν, σημειωτέον κάνοντας τους και χάρη διότι θα έχουν δικαίωμα στη ζωή, έστω και προσωρινά.

Ας προσέξουμε και τη σύγχρονη διαστροφή της πραγματικότητας. Όταν οι επιχειρήσεις περνούν κρίση, κοινωνικοποιούν τις ζημιές και ιδιωτικοποιούν τα κέρδη. Τις ζημιές πληρώνει ο Λαός με τη φορολογία. Πώς; με τα διάφορα προγράμματα τα αποκαλούμενα «εξυγίανση», «ανόρθωση», «επιχειρηματικά σχέδια» και τα σχετικά. Καμιά κυβέρνηση, κανένας οικονομολόγος δεν λέει πως οι επιχειρήσεις αυτές εντάσσονται στην κοινωνική πρόνοια και ταμεία βοηθείας. Διότι περί αυτού πρόκειται. Ο εργάτης, ο υπάλληλος ντροπιάζεται στα διάφορα ταμεία ανεργίας, εξευτελίζεται περιμένοντας στην ουρά για το βοήθημα και όχι μόνον αυτό. Ορισμένοι ανιστόρητοι δημοσιογράφοι, καθηγητές και αναλυτές της κακιάς ώρας, αποδίδουν την ευθύνη στα εκατομμύρια των ανέργων, που δεν «προσαρμόζονται» που δεν «εξειδικεύονται», λες και φταίνε αυτοί που έρχονται στη ζωή και δεν μπορούν να εργαστούν εξαιτίας της τεχνικής, της επιστήμης και της αχαλίνωτης επιθυμίας για κέρδος και εξουσία.

Αν η πολιτική θεωρία και τα πολιτικά κόμματα είχαν στοχαστεί πάνω στις εργασίες του Νόρμπερτ Βίννερ, ίσως, να μην είχαμε τυφλωθεί παρ’ όλον ότι τα μηνύματα ήσαν ανατριχιαστικά. Ο Βίννερ, δεν υπήρξε μόνο ο θεμελιωτής της κυβερνητικής αλλά και ο εξονυχιστικός αναλυτής των συνεπειών της. Ήδη από το 1948 και το 1950 (Cybernetics, or Control and Communication in the Man and the Machine, 1948, και The Human Use of Human Beings. Cybernetics and Human Beings, 1950) είχε προβλέψει τις ελπίδες αλλά και τους κινδύνους από την αναπότρεπτη διαδικασία εξοστρακισμού της εργασίας από το χώρο της οικονομίας.

Η παρακμή της εργασίας ή το τέλος της εργασίας δεν θ’ αποτελούσε άφθονο υλικό για τη συγγραφή ικανού αριθμού δοκιμίων υπέρ ή κατά, αν η κυβερνητική δεν είχε αγνοηθεί από την πολιτική, ενώ δεν συνέβη το ίδιο με την οικονομία. Το σύστημα της αγοράς αφομοίωσε την κυβερνητική σε τέτοιο σημείο ώστε να γίνει αναντικατάστατη. Επρόκειτο για επανάσταση οι συνέπειες της οποίας ήσαν προβλέψιμες! Φαίνεται όμως πως ο κόσμος της πολιτικής βρίσκεται πάντοτε είκοσι χρόνια και παραπάνω πίσω από τον κόσμο του πνεύματος, με αποτέλεσμα η επανάσταση της κυβερνητικής σε πλανητικό επίπεδο περιορισμένη μόνο στο χώρο της οικονομίας με σκοπό το κέρδος και την εξουσία, να οδηγεί τον κόσμο σε εφιαλτική προοπτική.

Χάθηκε πλέον η ομαλή, η σταδιακή μετάβαση σε χαμηλότερους ρυθμούς εργασίας και απασχόλησης, δηλαδή, η απελευθέρωση από την ανάγκη. Αντιθέτως έχουμε βάρβαρη απώλεια ιστορικών κατακτήσεων, φτώχεια, ταπείνωση του προσώπου και προπαντός έναν απεχθή αποκλεισμό από τις εξελίξεις του πάλαι ποτέ «κόσμου της εργασίας».

Πώς φθάσαμε σ’ αυτήν την κατάσταση; Στον κόσμο της εργασίας υπάρχει μια καθολική αμνησία, απάθεια και έλλειψη αγωνιστικότητας με εξαίρεση το κίνημα των ανέργων της Γαλλίας. Αναγκάζοντας, όπως ειπώθηκε, τους άνεργους να οδεύουν προς την κοινωνική πρόνοια, τους εξευτελίζουν, τους εμφυτεύουν ένα έντονο αίσθημα ντροπής. Πρόκειται για αβάσταχτη κατάσταση.

Οι γνωστές προτάσεις για τις 35 ώρες εργασίας και την επιμήκυνση του χρόνου καταβολής επιδομάτων ανεργίας είναι λύσεις χωρίς προοπτική, δεν λύνουν κανένα πρόβλημα, είναι προϊόντα ιστορικής αμηχανίας της αριστεράς και των συνδικάτων.

Πώς καταλήξαμε στον θρίαμβο μιας πρωτοφανούς ισχύος ενός μικρού αριθμού ατόμων σε σχέση με τον υπόλοιπο πληθυσμό όχι μόνον των χωρών της ευμάρειας αλλά και του πλανήτη; Η μεγάλη συνάντηση των ανεπτυγμένων κρατών με εκείνα του Τρίτου Κόσμου θ’ αναζητηθεί στο γεγονός πως τεράστιες μάζες από τους κόσμους αυτούς, συνωθούνται στην απόγνωση, στην απελπισία και στην έλλειψη αλληλεγγύης.

Προβλέπω πως σύντομα θ’ ανθίσει εκ νέου η θεωρία της τρομοκρατικής καταστροφής και των απελπισμένων ενεργειών σε παγκόσμιο επίπεδο, αφού καμιά ανθρώπινη λύση δεν διαγράφεται για τ’ ανθρώπινα προβλήματα.

Πηγή: ananeotiki.gr