Της Ζέζας Ζήκου
Δεν έχασε καθόλου χρόνο η Fitch και έσπευσε χθες να υποβαθμίσει το ελληνικό χρέος στην κατηγορία «restricted default». Ο οίκος αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας υποβάθμισε κατά δύο βαθμίδες, στο C (από CCC) το χρέος της Ελλάδας. Ο οίκος θεωρεί ότι η πρόταση για μείωση του ελληνικού χρέους μέσω ανταλλαγής ομολόγων των ιδιωτών πιστωτών, εάν ολοκληρωθεί, θα αποτελεί «rating default», με συνέπεια την υποβάθμιση της χώρας σε «Restricted Default» (RD). Ωστόσο, η Fitch τονίζει ότι μετά την ολοκλήρωση της ανταλλαγής, με την έκδοση νέων ομολόγων, η αξιολόγηση της Ελλάδας θα μετακινηθεί από την κατηγορία «restricted default» σε νέο επίπεδο ανάλογο με την ανάλυση του οίκου για τη δομή και το πιστωτικό προφίλ της χώρας.

Η υποβάθμιση της Ελλάδας από τη Fitch έγινε με το σκεπτικό ότι η χώρα ενδέχεται να εξαναγκάσει τους ιδιώτες πιστωτές–κατόχους ελληνικών κρατικών ομολόγων να υπαχθούν στο πρόγραμμα PSI για τη μείωση του δημόσιου χρέους. Η υποβάθμιση από το CCC στο C «έπεται της ανακοίνωσης του Eurogroup για το δεύτερο δανειακό πρόγραμμα της Ελλάδας, το οποίο προβλέπει τη συμμετοχή του ιδιωτικού τομέα στην ανταλλαγή ομολόγων (PSI) και την επακόλουθη ανακοίνωση των όρων της προτεινόμενης ανταλλαγής ελληνικών ομολόγων από τις ελληνικές αρχές», αναφέρεται σε σχετική ανακοίνωση του οίκου. Σχολιάζοντας την απόφαση του οίκου Fitch να υποβαθμίσει τη δανειοληπτική ικανότητα της Ελλάδας, ο εκπρόσωπος του επιτρόπου για την Οικονομία Ολι Ρεν, Αμαντέου Αλταφάζ, τόνισε ότι το Eurogroup έλαβε αποφάσεις για τη νέα δανειακή σύμβαση της Ελλάδας και το PSI, και επισήμανε πως τώρα αυτό που προέχει είναι να δρομολογηθούν οι σχετικές διαδικασίες για την ολοκλήρωσή τους.

Ετσι, για την ιστορία, οι τρεις μεγάλοι αγγλοσαξονικοί οίκοι –Standard & Poor’s, Μoody’s και Fitch– επικρίθηκαν έντονα από την αρχή της χρηματοπιστωτικής κρίσης, το 2008, καθώς απέτυχαν να αξιολογήσουν σωστά τις υποχρεώσεις ενυπόθηκων δανείων (CBO’s), των αμερικανικών τραπεζών. Τους τελευταίους μήνες, αρκετοί Ευρωπαίοι αξιωματούχοι έχουν επικρίνει τους οίκους αξιολόγησης. Αλλωστε, είναι προφανώς σκόπιμο να μη συνεχιστεί να υπάρχει ένα διεθνές ολιγοπώλιο των τριών οίκων, που καθιστά αναγκαία τη δημιουργία ενός οίκου αξιολόγησης με αυστηρά ευρωπαϊκή δομή. Το να αφεθεί ένα ευρωπαϊκό κράτος να βρεθεί σε κατάσταση στάσης πληρωμών του χρέους του, θα έχει καταστροφικές συνέπειες–ντόμινο επί των τραπεζών που διατηρούν κρατικούς ομολογιακούς τίτλους.

Εάν ένα ευρωπαϊκό κράτος χρεοκοπήσει ή κάνει στάση πληρωμών στο δημόσιο χρέος του, τότε η Ευρώπη θα υποχρεωθεί να διασώσει τις τράπεζες που διατηρούν ομόλογα του κράτους αυτού με βαρύ κόστος. Υπό κανονικές συνθήκες, το ερώτημα πώς οι τράπεζες διαχειρίζονται το ρίσκο των εγγυήσεων που λαμβάνουν από τους άλλους χρηματοοικονομικούς ομίλους που συνεργάζονται, δεν ενδιαφέρει τους κοινούς θνητούς.

Ομως, δεν ζούμε σε κανονικές συνθήκες. Κατά τη διάρκεια της τελευταίας τριετίας, οι υπεύθυνοι διαχείρισης του ρίσκου στις τράπεζες βρέθηκαν αντιμέτωποι με σοκαριστικές δυσκολίες, γεγονότα που κανείς δεν περίμενε ότι θα συμβούν. Ενα από τα κρίσιμα προβλήματά τους είναι τα κρατικά χρέη και ο κίνδυνος χρεοκοπιών κρατών. Μέχρι πρόσφατα, ακόμη και αφού είχε ξεσπάσει το δημοσιονομικό σοκ της Ελλάδας, οι τράπεζες στον δυτικό κόσμο δεν ανησυχούσαν και τόσο γι’ αυτά τα θέματα, καθώς εθεωρείτο απόλυτα βέβαιο ότι η πιστοληπτική ικανότητα των χωρών της Ευρωζώνης και των ΗΠΑ ήταν απόλυτα ασφαλής. Η χαμένη αξιοπιστία της Ελλάδας καθιστά το ζήτημα της φερεγγυότητας κάτι «άπιαστο» για τη χώρα. Παρά τις εκκλήσεις απ’ όλον τον κόσμο για να δράσει η Γερμανία, εκείνη δεν φαίνεται να πιστεύει στις θεαματικές κινήσεις, όπως για παράδειγμα να αφήσει την Ελλάδα να χρεοκοπήσει, να συναινέσει στην έκδοση ευρωομολόγων ή να κοινοτικοποιήσει τα εθνικά χρέη των κρατών–μελών της Ευρωζώνης.

Με άλλα λόγια, ο πόνος, η λιτότητα και η αναταραχή στις αγορές θα συνεχιστούν για το ορατό μέλλον.

Η κ. Μέρκελ δυσκολεύτηκε να πείσει τα μέλη του κυβερνώντος συνασπισμού να υπερψηφίσουν την επέκταση του υφιστάμενου μηχανισμού διάσωσης της Ευρωζώνης. Επιπλέον, όμως, οι υψηλόβαθμοι αξιωματούχοι της γερμανικής κυβέρνησης δεν υποστηρίζουν απλώς ότι μια γρήγορη λύση στο πρόβλημα είναι αδύνατη, αλλά και ότι η προσπάθεια να επιτευχθεί κάτι τέτοιο είναι επικίνδυνη. Τα ευρωομόλογα, λένε, θα λύσουν προσωρινά το πρόβλημα, αλλά αυτό θα αποπροσανατολίσει μεσοπρόθεσμα τις προσπάθειες να βρεθεί ριζική λύση για να προσαρμόσουν τα δημόσια οικονομικά τους και να ενισχύσουν την ανταγωνιστικότητά τους οι αδύναμες χώρες της περιφέρειας.

Σε μια τέτοια περίπτωση, η ασθένεια θα υποτροπιάσει και μάλιστα σε πολύ πιο επιθετική μορφή.


Πηγή: Kathimerini.gr