Του Παντελή Μπουκάλα  «Να το δούμε και να μην το πιστέψουμε», όπως θα έλεγε ο Θωμάς εμπνεόμενος από τη λαϊκή θυμοσοφία. Να δούμε δηλαδή αν το Ιντερνετ θα πετύχει εκεί όπου απέτυχαν οι θρυλικοί τελαρομάχοι, οι συνεταιρισμοί (όσοι δεν ήταν σκέτες σφραγίδες, κατασκευασμένες προς απομύζηση κοινοτικών επιδοτήσεων), τα εκ γενετής εθελοτυφλούντα Παρατηρητήρια Τιμών, οι χελωνοπρεπώς σπεύδουσες αγορανομίες, οι υπουργοί που επιχειρούσαν «αιφνιδιαστικές επιθεωρήσεις» συνοδευόμενοι από μόλις έξι κάμερες. Να δούμε αν θα φτάσουμε να αγοράζουμε την πατάτα σαν πατάτα και όχι σαν φράουλα και τα πορτοκάλια σαν πορτοκάλια και όχι σαν μήλα των Εσπερίδων.

Δυσκολεύομαι να δεχτώ το νέο δόγμα, ότι οι επαναστάσεις στις αραβικές χώρες ή τα κινήματα στη Δύση εκδηλώνονται επειδή τα εκμαιεύει και τα καθοδηγεί το Ιντερνετ, όπως υποστηρίζουν αρκετοί λάτρεις των νέων μέσων. Πρώτο αίτιο και πρώτο κινούν παραμένει η κοινωνία και οι ανάγκες της, όχι η επικοινωνία και οι βλέψεις της. Και πριν από τον Γουτεμβέργιο γίνονταν εξεγέρσεις και πριν από το Ιντερνετ επίσης. Το Ιντερνετ έρχεται πάνω στην υπάρχουσα κοινωνική διαθεσιμότητα, όχι πριν· δεν τη γεννάει. Ακριβώς όπως οι άνθρωποι δεν γεννούν επειδή υπάρχουν εμβρυουλκοί· για άλλους λόγους το αποφασίζουν.

Αν λοιπόν δεν έφτανε ο κόμπος στο χτένι για τους πατατοπαραγωγούς του Νευροκοπίου και της Θήβας και αν, στον θυμό τους επάνω, δεν φόρτωναν τις πατάτες στα αγροτικά για να τις χαρίσουν σε Αθηναίους και Θεσσαλονικείς, όσο κι αν προσπαθούσαν να τους «κατεβάσουν στους δρόμους» κάποιοι πληκτρολογώντας επαναστατικά συνθήματα στο κομπιούτερ τους, τίποτα δεν θα γινόταν. Και σαν καταναλωτές θα συνεχίζαμε να πιστεύουμε πως είναι μοιραίο να κοστίζει ένα προϊόν πέντε λεπτά στο χωράφι, στο δε πιάτο μας πέντε ευρώ.

Στη συνθήκη που διανύουμε, η κοινωνική διαθεσιμότητα έχει το όνομα της ανάγκης, που επιδεινώνεται καθημερινά, για τα πιο αδύναμα στρώματα δε είναι ήδη αφόρητη. Οι «άτιμες οι τιμές», κατά το κοινώς λεγόμενο, εξανεμίζουν ό, τι αφήνει πίσω της η «κοινωνική πολιτική» των πρασινογάλαζων συγκυβερνώντων, που συνεχίζουν να παίζουν το τηλεοπτικό παιχνίδι της «σύγκρουσής» τους, σαν να μη βλέπουν ότι δεν υπάρχει κοινό. Αυτή ακριβώς η ανάγκη στήνει νέα δίκτυα συναλλαγών, αδιαμεσολάβητα και ακαπέλωτα, ώστε τουλάχιστον τα αγροτικά προϊόντα (ένα μέρος τους) να φτάνουν στους καταναλωτές (και πάλι, σε ένα μέρος τους) σε τιμές συμβατές με την πραγματική αξία τους και την πραγματική αντοχή του βαλαντίου μας.

Το εγχείρημα αυτό, όπως έδειξαν τα ανάλογά του σε άλλες χώρες, έχει τα όριά του. Αλλά όσο νουνεχείς μπορούμε να είμαστε ακόμα, με όσα συμβαίνουν, οφείλουμε να το εμπιστευόμαστε περισσότερο από όσο τους καλούς ανθρώπους των υπουργείων, που κόπτονται βέβαια για το καλό μας, αυτό όμως δεν σημαίνει ότι θα κόψουν και τις παλιές πελατειακές τους συνήθειες.