Tου Παντελή Mπουκάλα
Ξιπαζόμασταν πιο εύκολα κάποτε και πιο εύκολα παραδινόμασταν στο σύνδρομο του εθνικού μεγαλείου. Και τώρα βέβαια ζουν ανάμεσά μας αρκετοί πεπεισμένοι για την ουρανόπεμπτη φυλετική μοναδικότητά μας, οι οποίοι, συστηματικά ομφαλοσκοπούντες, κατέληξαν στο επιστημονικό συμπέρασμα ότι είμαστε όντως ο ομφαλός της Γης, αν όχι του σύμπαντος κόσμου (για τον δεύτερο τίτλο, τον γαλαξιακό, ανταγωνιζόμαστε τους Ελληνοσείρους του Σείριου). Κάπως παλαιότερα, όμως, και ίσως επειδή νιώθαμε πως είμαστε στην περιφέρεια της Ευρώπης, είχαμε μεγαλύτερη ανάγκη από ενέσεις αυτοεκτίμησης και από εθνικά αναβολικά. Κι έτσι, μόλις έφτανε στα βαλκανικά μέρη μας κάποιος διάσημος ηθοποιός ή τραγουδιστής και για τις ανάγκες της καριέρας του έλεγε κάνα «καλημέρα σας» σε τουριστικά ελληνικά, καμαρώναμε. Νιώθαμε μοναδικοί και κατά μοναδικό τρόπο τιμώμενοι, αδιαφορώντας για το γεγονός ότι ο τραγουδιστής, συνεχίζοντας την τουρνέ του, ψέλλιζε το διπλωματικό «καλημέρα σας» και στα ιταλικά, τα τούρκικα, τα αραβικά και πάει λέγοντας. Στα μίντια πάντως τον έχουν και τώρα τον καημό του «οικουμενικού ενδιαφέροντος» για την ταπεινότητά μας. Γίνονται λ. χ. επεισόδια στην Αθήνα και τα κανάλια μας, πριν δείξουν με τα δικά τους μέσα τι έγινε (πριν δηλαδή χειραγωγήσουν το υλικό τους για να ταιριάξει στο εξαρχής συμπέρασμά τους), σπεύδουν, δανειζόμενα κύρος, να μεταδώσουν «τι μεταδίδουν τα ξένα πρακτορεία».

Και δείχνουν και ξαναδείχνουν θραύσματα από το CNN ή το BBC για να πειστούν και να πείσουν πως είμαστε και πάλι στο κέντρο των πάντων, κυρίως δε για να ενισχύσουν το μόνιμο μήνυμά τους, ότι «πλήττεται η εικόνα της χώρας» και τι θα γίνει με τους τουρίστες. Και στα ποδοσφαιρικά ή τα μπασκετικά, η ίδια σπουδή: «Συγκλονίστηκε η Ευρώπη», λέμε και γράφουμε έπειτα από μια νίκη κάποιας ομάδας μας, παραγνωρίζοντας το απλό: ότι στην εποχή του Διαδικτύου μπορούν όλοι να διαπιστώσουν αμέσως πως η τάχα συγκλονισμένη και άναυδη Ευρώπη αφιέρωσε στον ελληνικό θρίαμβο τον ίδιο χώρο που αφιερώνουν οι ελληνικές πολιτικές εφημερίδες στα αποτελέσματα του βόλεϊ ή του πόλο: ένα μονόστηλο και πολύ τους πάει. Και για να μη λέμε μόνο τα δικά μας στραβά, η «συγκλονισμένη Ευρώπη» ασχολείται με την επιτυχία μας όσο εμείς, σαν Ευρωπαίοι, ασχολούμαστε με την επιτυχία των Σέρβων, των Κροατών, των Λιθουανών κ. ο. κ., όταν αυτοί, με τη σειρά τους, λένε στα δικά τους μίντια ότι «συγκλονίστηκε η Ευρώπη» από τη νίκη κάποιας ομάδας τους.

Ο πιο διάσημος προχείρως ελληνομαθής, για τις ανάγκες της διπλωματίας, πρέπει να υπήρξε ο Ζισκάρ ντ’ Εστέν, ίσως επειδή δεν αρκέστηκε στο «καλημέρα σας», αλλά είπε ελληνιστί μερικές λέξεις παραπάνω. Ο, τι απέμεινε από τότε όμως είναι τα δισκογραφικά μαθήματα ερασμιακής προφοράς στα οποία είχε επιδοθεί καγχάζων ο Χάρρυ Κλυνν. Στις μνημονιακές μέρες μας, κι ώσπου να τριτώσει το... καλό, μετράμε στους χάριν κολακείας ελληνόγλωσσους τον Χοσέ Μανουέλ Μπαρόζο και τον Ολι Ρεν, πολιτικούς που ακόμα κι αν δεν είμαστε βέβαιοι σε ποιο αξίωμα αντιστοιχεί το όνομά τους, είμαστε βεβαιότατοι ότι έχουν πολύ πιο βαρύνοντα λόγο για τη μοίρα μας απ’ ό, τι όσοι επιλέξαμε εμείς, εδώ στα χαμηλά της Ευρώπης. Παρά τις φιλότιμες προσπάθειές του εντούτοις και τις πρόβες που μάλλον θα έκανε, ο κ. Μπαρόζο δεν απέφυγε τον παρατονισμό. Ετσι η παραμυθητική δήλωσή του, «Η Ελλάδα μπόρει», είχε τελικά κάπως απαισιόδοξο τόνο, αφού ο ήχος τού «μπόρει» φέρνει στον νου την ανημπόρια μάλλον παρά την ικανότητα.

Ας είναι. Αρκεί που, έστω κι έτσι, βρήκε ταίρι η επίσης εγκαρδιωτική φράση του κ. Ρεν, εκείνο το «Κουράγιο Ελληνες», τον πρώτο καιρό του ναυαγοσωστικού Μνημονίου, το οποίο εντούτοις ήταν τόσο καλοδουλεμένο, ώστε χρειάστηκε γρήγορα ένα επίσης σωστικό Μεσοπρόθεσμο, ένα σωτήριο Μνημόνιο 2 και βέβαια ένα παυσίλυπο «Δεύτερο Πακέτο», εν όψει του ήδη συζητούμενου θαυματουργού Τρίτου. Ουδείς λόγος ενθουσιασμού υπάρχει πάντως όταν κάποιοι μεγάλοι και διάσημοι αποστηθίζουν και λένε δυο-τρεις ελληνικές λέξεις. Οσο καλή καρδιά κι αν έχουν, ή καλύτερα θέλουν να δείξουν πως έχουν, εκείνο που εντέλει επιτυγχάνει η πράξη τους είναι να επικυρώσει την ισχύ και την υπεροχή τους. Ιδού (είναι σαν να μας λένε), εμείς, παρότι ανώτεροι, παρότι ρυθμιστές της τύχης σας μη υποκείμενοι στη βούληση και τη βουλή σας, μπαίνουμε στον κόπο να μάθουμε την περιφερειακή σας γλώσσα, που ό, τι κι αν πιστεύετε εσείς για το μεγαλείο της, συγκαταλέγεται στις ασθενείς.

Και τη μαθαίνουμε για να σας δείξουμε ότι είμαστε σαν κι εσάς κι ότι σας συμπονάμε, την ίδια ακριβώς στιγμή που επιβεβαιώνεται και γλωσσικά ότι είμαστε οι ισχυροί· είμαστε «μπουάνα» κι εσείς «ιθαγενείς». Διάβολε, ούτε Μίκυ Μάους δεν διαβάζετε εσείς οι Ελληνες; Δεν θυμάστε ότι κι ο Σκρουτζ λέει μεγάθυμα δυο-τρεις λεξούλες στη γλώσσα των εκάστοτε ντόπιων για να πετύχει τους σκοπούς του; Δεν είναι βέβαια της αρμοδιότητας της γλωσσολογίας τα πράγματα. Απλώς στη διάκριση ή τη διαβάθμιση ισχυρές/ασθενείς γλώσσες, που ισχύει στην Ευρωπαϊκή Ενωση, αποκαλύπτεται ευκρινώς η επίσης ισχύουσα διαβάθμιση ισχυροί/ασθενείς πολιτικοί, ισχυρές/ασθενείς χώρες.

Αυτό υποδηλώνει ότι το «Η Ελλάδα μπορεί» (ή η Πορτογαλία ή η Ιρλανδία) δεν συναρτάται τόσο με τις καθαυτό ικανότητες της Ελλάδας, εκείνες που απορρέουν από την κοινωνία της και κατά δεύτερο λόγο από την πολιτική της τάξη, όσο με τη σημασία που δίνουν στο «ΤΙ μπορεί» και «ΠΩΣ το μπορεί» οι φίλοι μεν και εταίροι, πλην εντολείς της. Αν εννοούν πως η Ελλάδα, δηλαδή η συγκυβέρνησή της, μπορεί να περικόψει μισθούς, συντάξεις και δικαιώματα, να τελέσει μνημόσυνο υπέρ αναπαύσεως του κοινωνικού κράτους και να αποδεχθεί ότι η εθνική κυριαρχία δεν είναι ταμπού, ώστε να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις των πιστωτών της, που έχουν και την προτεραιότητα, τότε ναι, έχουν δίκιο. Μόνο που το «μπορεί» της Ελλάδας δεν... μπορεί παρά να έχει άμεση σχέση με το «θέλω» της, που θα εκφραστεί και εκλογικά. Αν φυσικά δεν επιβληθεί η άποψη πως οι εκλογές είναι βαρίδι.


Πηγή: Καθημερινή