Της Λώρης Κέζα 

Ολοι κάνουμε λάθη στη χρήση της γλώσσας και ορισμένοι συνομιλητές επιδίδονται στη συλλογή μαργαριταριών. Αρέσκονται να αφηγούνται ιστορίες με εκφραστικά σφάλματα και αστοχίες, έχοντας ως επιδίωξη να διατρανώσουν το «εγώ ξέρω». Ο κ. Γ. Μπαμπινιώτης δεν το έκανε ποτέ αυτό, ούτε ως πανεπιστημιακός δάσκαλος ούτε ως συνομιλητής. Εντούτοις η όποια  διολίσθηση, η όποια παρεκτροπή από τη λεκτική νόρμα τραβούσε πάντοτε το ενδιαφέρον του. Τα λάθη είναι κομμάτι της γλωσσικής εξέλιξης, διαφορετικά στις καφετέριες του Θησείου θα ομιλούσαν σήμερα την αττική διάλεκτο.

Ο κ. Μπαμπινιώτης κρατά το διαλλακτικό πνεύμα και στο πολιτικό πόστο του. Δεν πετά τον ψηφισμένο νόμο για την ανώτατη εκπαίδευση ούτε ακολουθεί τη στρατηγική του υψωμένου φρυδιού «εγώ υπήρξα πρύτανης και τα ξέρω όλα». Ξεκινά θετικά. Τα όποια λάθη θα διορθωθούν, θα αφομοιωθούν, θα μεταλλαχτούν. Δεν παίρνει την υπουργική βέργα για να επιβάλλει βιαίως το δικό του, δεν συνεχίζει τον εκβιασμό, ότι δηλαδή οι σχολές θα μείνουν άφραγκες επειδή ζητούν διάλογο – έστω εκ των υστέρων.      

Ο υπουργός Παιδείας ανακοίνωσε ότι η χρηματοδότηση των πανεπιστημίων θα γίνει κανονικά εφέτος, παρά το γεγονός ότι δεν έχουν εκλεγεί τα νέου τύπου διοικητικά συμβούλια, όπως ορίζει ο νόμος που ψηφίστηκε με εντυπωσιακή πλειοψηφία. Εδώ λοιπόν ο δάσκαλος αποδεικνύεται πιο πολιτικός από τους πολιτικούς: ο νόμος όταν οδηγεί σε δυσλειτουργία πρέπει να επανεξετάζεται. Ο νόμος δεν είναι για να δημιουργεί προβλήματα αλλά για να ανοίγει δρόμους, να δίνει λύσεις, να ορίζει κανόνες λογικούς και εφαρμόσιμους. Εφόσον σύσσωμη η πανεπιστημιακή κοινότητα αντιστέκεται επί μήνες σε ένα συγκεκριμένο ζήτημα, εκείνο των συμβουλίων, το θέμα θα πρέπει να ξανασυζητηθεί.   

Ο κ. Μπαμπινιώτης δεν έφερε νέο νόμο ούτε διεκδικεί με το υπουργιλίκι κάποια διάκριση στην ιστορία της εκπαίδευσης – έχει τόσες διακρίσεις στην επιστήμη του που δεν έχει ανάγκη από άλλα εύσημα. Επισημαίνει όμως το αυτονόητο, ότι πρέπει να γίνει συζήτηση για κάποια σημεία: «Δεν συστήνουμε μια επιτροπή με στόχο να αλλάξουμε τον νόμο και να φέρουμε τα πάνω κάτω. Ερχόμαστε να δούμε τις δυσλειτουργίες που υπάρχουν. Ο νόμος θα εφαρμοστεί». Δεν εκβιάζει καταστάσεις, λέγοντας ότι κόβει τα λεφτά από την ανώτατη εκπαίδευση αν δεν εφαρμοστούν όσα προβλέπονται για τη διοίκηση των σχολών.   

Μια παρένθεση: υπήρχε πρόβλημα στη διοίκηση των σχολών και ορισμένοι παράγοντες ούτε φιλότιμοι υπήρξαν ούτε τίμιοι. Η ψηφισμένη αντιπρόταση όμως δεν είναι η καλύτερη. Σύμφωνα με τον νόμο μπορεί να διοικεί το πανεπιστήμιο, με άποψη σε ακαδημαϊκά ζητήματα, κάποιος που δεν έχει πτυχίο αλλά είναι αρεστός στο πολιτικό σύστημα. Στο Αριστοτέλειο θα μπορούσε να είχε διοριστεί ο δημοφιλέστατος νομάρχης κ. Π.Ψωμιάδης και στο Μετσόβιο ο ικανός μάνατζερ κ. Ηλίας Ψινάκης. Αυτοί λοιπόν θα αποκτούσαν το δικαίωμα να διαπραγματευτούν με τον γλωσσολόγο κ. Γ. Μπαμπινιώτη αν θα λειτουργεί εργαστήρι  Γλωσσολογίας στη Φιλοσοφική ή αν η βιβλιοθήκη έχει ανάγκη από νέα συγγράμματα. Αυτά είναι κουλαμάρες και καλόν είναι οι κουλαμάρες να επανεξετάζονται.


Πηγή: Το Βήμα