Του Παντελη Mπουκαλα

Κανένας πόλεμος δεν τέλειωσε ποτέ επειδή οι στρατάρχες έτυχε να δουν μακελεμένα κορμιά, πολιτογραφημένα στη δίχως έθνη και θρησκείες αυτοκρατορία του θανάτου. Κανένας πόλεμος δεν τέλειωσε ποτέ επειδή οι πολιτικοί που τον κήρυξαν, για τις πατρίδες πάντοτε και για τις θρησκείες, έτυχε να δουν, σε φωτογραφίες αυτοί, σακατεμένα σώματα και σμπαραλιασμένες πόλεις. Για εκ προοιμίου υπολογισμένες απώλειες πρόκειται· ακόμα κι αν ξεπεράσουν το στατιστικώς προβλεπόμενο, εύκολα προσπερνιούνται. Τα ίδια και με τον μονίμως ακήρυκτο και εσαεί ατέλειωτο κοινωνικό πόλεμο, γιατί περί αυτού πρόκειται πάντα, ας μη φοβόμαστε τις λέξεις. Παράπλευρες απώλειες, επίσης στατιστικώς προβλεπόμενες, είναι όσοι πεθαίνουν από πείνα ή ψύχος κι όσοι αυτοκτονούν - όπως ο φαρμακοποιός, όπως οι εν εκουσίω (εκουσίω;) θανάτω αδελφοί του στην Ιταλία, την Ισπανία κι όπου αλλού συνηθίζεται, όπως εδώ, η απόκρυψη του αυτοχειριασμού, τάχα για να μην τρωθεί το κοινωνικό φρόνημα ή απλώς για να γίνει δεκτός ο νεκρός στο νεκροταφείο και να μην αποκλειστεί από τις ουράνιες βασιλείες. Θύματα όλοι ενός διαρκούς πολέμου που τώρα ονομάζεται κρίση.

Κι εδώ σε φήμες στηριζόμαστε για τον αριθμό όσων τερμάτισαν τη ζωή τους πυροβολημένοι από την ανέχεια ή τον φόβο της επερχόμενης ανέχειας, ή σπρωγμένοι στην άκρη ενός μπαλκονιού από την ντροπή τους, έτσι νιώθουν, που δεν κατάφεραν να διασώσουν όσους όρους υπηρετούσαν την αξιοπρέπειά τους. Και γι’ αυτούς πάντως τα δημόσια κλάματα δεν κρατούν πάνω από τρεις μέρες. Εχει τον τρόπο της η ζωή. Και τις ανάγκες του ο προεκλογικός αγώνας. Το κείμενο που άφησε πίσω του ο αυτόχειρας του Συντάγματος είναι διπλό: Το σώμα του πρώτα, αποφασιστικά πυροβολημένο εκεί όπου δεν υπήρχε ενδεχόμενο διαφυγής. Το γράμμα του έπειτα, όχι μια κραυγή μα ένα τεκμήριο πως ο θυμός του παρέμεινε έλλογος και στην ακρότατη στιγμή του βίου του.

Αν είχε επιλεγεί η εισβολή στη Βουλή, τότε, είναι βέβαιο, τα δημόσια κλάματα δεν θα κρατούσαν καν τρεις ώρες· θα ’διναν γρήγορα τη θέση τους στα αναθέματα. Ούτε τώρα θα υπάρξει παραδειγματισμός. Αλλά θα μείνει τουλάχιστον το σημείο-όριο: να πατάς στην πλατεία των Αγανακτισμένων στραμμένος προς τη Βουλή. Με το βλέμμα σου να διαλέγει τελικά τον Αγνωστο για ν’ ακουμπήσει.

Πηγή: Καθημερινή