Tου Παντελη Μπουκαλα
Tην περασμένη Κυριακή έγραφα για τη «Γλωσσολαλιά», ένα τραγούδι-λυρικοφανές μανιφέστο υπέρ της ελληνικής που είναι «της οικουμένης θάμα», και το οποίο υιοθετήθηκε ασμένως από ιστολόγια εθνικοφροσύνης, συνδέσμους αποδήμων κ. λπ. Ακουσα και ξανάκουσα το τραγούδι, ένα συμπίλημα μύθων για την ελληνική γλώσσα, που έτσι όπως τεντώνεται και προσποιείται για να εντυπωσιάσει ή να δημαγωγήσει, πέφτει σε λάθη. Κι είναι τόσα τα φάλτσα, που μου φάνηκε στην αρχή ότι πρόκειται για σαρκαστικό παίγνιο· για μελοποιημένη ειρωνεία με στόχο τους διακινητές γλωσσικών μύθων, αλλά κι εκείνο το είδος τραγουδιού όπου η μια λέξη πέφτει πάνω στην άλλη δίχως τίποτα έλλογο να τις συνδέει (και πόσα τέτοια τραγούδια δεν έχει σώσει με τη φωνή του ο Μητροπάνος). Ομως όχι.

Ενας από τους δύο συντελεστές του τραγουδιού, αυτός που έγραψε τη μουσική του και το τραγουδάει, ο Παντελής Θαλασσινός, δήλωσε πως η «Γλωσσολαλιά», που είναι σε στίχους δικούς του και της Σοφίας Αθανασιάδη και γράφτηκε κατόπιν παραγγελίας από το Ιδρυμα Μείζονος Ελληνισμού (τίποτα μεμπτό και ο Πίνδαρος έπαιρνε παραγγελίες), είναι ένα «από τα πιο αγαπημένα του». Ακούμε, λοιπόν: «Η γλώσσα που μου δώσατε μελώδησε στο στόμα, / ροδόσταμο που άνθισε στο πατρικό μου χώμα, / θαλασσινή η αύρα της, βουνίσια η πνοή της, / τον κόσμο όλο γύρισε, / αλάργεψε η φωνή της. // Η Ανατολή τη λάτρεψε, η Δύση την καρπώθη, / πόθο γλυκό ζωντάνεψε σ’ αυτόν που τη ζυγώθη, / αθανασία γνώρισε στα έργα των ανθρώπων / φεγγάριασε τη σκοτεινιά ξένων λαών και τόπων».

Πρώτη στάση εδώ. Μια και σε ένα από τα σάιτ όπου αναπαράγεται με δέος το τραγούδι ένας συνεπαρμένος ακροατής έγραψε, μετά το «1.000.000 likes» κάποιου άλλου, πως «ελπίζει ότι δεν θα βρεθεί κανένας σκοταδιστής να το κρίνει ή να τους κρίνει», ας παίξω τον σκοταδιστή. Ας αφήσουμε, λοιπόν, την ιδεοληψία πως η ελληνική είναι «της οικουμένης θάμα» (άλλωστε ορισμένοι επεκτατικότεροι, που δεν τους αρκεί η Γη, επιμένουν ότι στα εξωγήινα σκάφη αναγράφεται το αρχαιοελληνικό Εψιλον), κι ας δούμε την ταπεινή γραμματική, αφού ένας ύμνος στη γλώσσα-θάμα πρέπει να ’ναι σωστά γραμμένος. Λοιπόν, ακόμα κι αν υποθέσουμε πως η ποιητική άδεια είναι τόσο δυνατή ώστε να επιτρέπει στο ροδόσταμο να ανθίζει (ανθίζει δηλαδή το απόσταγμα των ροδοπέταλων...), το «ζυγώθη» πώς καταπίνεται;

Κι όχι επειδή φοράει δημοτικοφανές ρούχο, αλλά επειδή του φορτώνουν με το ζόρι μια σημασία που δεν την έχει, τη σημασία τού «ζύγωσε». Δηλαδή, όταν μας παγιδεύει η ίδια η επιλογή λέξεων και στυλ, το φαίνεσθαι που βάζουμε στόχο, έχουμε την ελευθερία (επειδή την είχε και ο Ομηρος) να τσαλακώνουμε μια λέξη, να της αλλάζουμε διάθεση και σημασία ώστε να ευοδωθεί η ομοιοκαταληξία, και να την ενοχοποιούμε έπειτα όπως ο Καρυωτάκης στην περίπτωση του Μαλακάση; Πάμε στο «φεγγάριασε». Η γλώσσα μας η παμφαής «φεγγάριασε τη σκοτεινιά ξένων λαών και τόπων», οι οποίοι λαοί ζούσαν σε σπηλιές όταν εμείς φιλοτεχνούσαμε Παρθενώνες.

Το «φεγγάριασε», λοιπόν, θέλει ίσως να πει ότι η ελληνική φώτισε τους σκοτεινόβιους, τους έδωσε λόγο και νόημα ύπαρξης. Ναι, αλλά, λέει ο σκοταδιστής μέσα μου, ρήμα «φεγγαριάζω» δεν έχει λεξικογραφηθεί, γεγονός που πιθανόν σημαίνει ότι τόσα χρόνια δεν το χρειάστηκαν δηλαδή οι άνθρωποι για να δηλώσουν κάτι που αδυνατούσαν να το δηλώσουν με άλλον τρόπο. Υπάρχει, βέβαια, ρήμα «φεγγαρίζω» της δημοτικής, που αποδεικνύει ότι και οι νεότεροι Ελληνες έπλαθαν τις λέξεις τους με σοφία, συνδέοντας άρρηκτα τα ονόματα με τα πράγματα. Φεγγαρίζω, όπως λέει ο Δημητράκος, σημαίνει «εκπέμπω ωχρόν, χλομόν φως». Αλλά πώς με χλομό φως, σαν του φεγγαριού, να φωτίσεις σκοτεινούς λαούς; Με πανσέληνο; Και στην πανσέληνο, όμως, το σκοτάδι δεν ηττάται. Υπάρχει επίσης το «φεγγαριάζομαι», αλλά ούτε αυτό βοηθάει να καταλάβουμε τη φεγγαροκατέβατη λέξη «φεγγάριασε», διότι φεγγαριασμένος είναι ο σεληνιασμένος. Πάμε παρακάτω: «Γλώσσα μου μυριολάλητη, μήγαρις σε προδώσω, / μην τάχα σε απαρνηθώ, σ’ άλλα καλά να ενδώσω» ακούω. Αλλά στο αρκετά αξιόπιστο σάιτ stixoi. info διαβάζω: «Γλώσσα μου μυριολάλητη, μην θαρρείς σε προδώσω».

Ευεξήγητο: Το «μήγαρις» δεν έχει καμία συντακτική και νοηματική νομιμότητα εκεί και όπως τέθηκε· ανασύρθηκε για να μνημονευτεί όπως όπως ο Σολωμός. Ο ακροατής, όμως, δεν το αναγνωρίζει και το αντικαθιστά πρόχειρα και «ηχητικά» με το «μην θαρρείς», που επίσης δεν στέκει (το φυλλαδιάκι του cd δεν έχει τους στίχους να βοηθηθεί κανείς). Το ίδιο συμβαίνει με το «Τ’ αλάλητα, οι φθόγγοι της» που εγώ υποθέτω ότι ακούω. Σε ένα σάιτ όμως άκουσαν και έγραψαν «Χαλάλι ήταν», σε άλλο «Τα λάλητα»... Τι σημαίνει αυτό; Οτι οι λέξεις του τραγουδιού αποσκοπούν στο θάμπωμα, όχι στο νόημα. Κάπως έτσι το αξίωμα του Σωσύρ, ότι σημαίνοντα και σημαινόμενα συνδέονται αυθαίρετα, (εκ) τρέπεται στη μορφή «σημαινόμενα και σημαινόμενα συνδέονται αυθαίρετα», «υπερρεαλιστικά» ή υπερετσιθελικά.

Και ο νοών ας κάνει ό, τι καταλαβαίνει. Στη «Γλωσσολαλιά» ακούμε δύο φορές τη στιχουργό να απαγγέλλει με πανηγυρικό στόμφο υπερεκατό ονόματα: «Αίσωπος, Ομηρος, Θαλής, Ηρόδοτος κι Αισχίνης, Σόλων, Σωκράτης, Σοφοκλής, Καβάφης κι Ευριπίδης, Πίνδαρος, Πλάτων, Πλήθωνας, Κάλβος και Καζαντζάκης, Ερατοσθένης, Ερατοσθένης, Ηράκλειτος, Σεφέρης, Καρυωτάκης [...] Αυγέρης, Ουράνης, Μαρκοράς και Ισοκράτης, Θέσπις, Ψαθάς και Χριστιανόπουλος, Μουσούρος, Προβελέγγης [sic], και Θουκυδίδης, Μένανδρος, Δελμούζος, Καρκαβίτσας [...] και Ιπποκράτης, Ξενοφών, Πολίτης, Εφταλιώτης, Αισχύλος, Αινισίδημος, Λυσίας, Μπαμπινιώτης». Αδυνατώ να καταλάβω πώς σε έναν «Κανόνα των πατέρων της γλώσσας» χώρεσε κάποιος Κύρος Πανοπολίτης, ασήμαντος επιγραμματοποιός του 5ου αι. μ. Χ. (ίσως στόχος ήταν να μπει ο Νόνος, επίσης Πανοπολίτης, τα «Διονυσιακά» του οποίου χαίρουν φήμης επειδή «αποδεικνύουν» πως οι Ελληνες «φεγγάριασαν» την Ινδία) και όχι ο Εγγονόπουλος, που είπε ότι στον παράδεισο οι άγγελοι μιλούν ελληνικά.

Οσο για την ολοκλήρωση της «Γλωσσολαλιάς» με τον κ. Μπαμπινιώτη, δεν ευθύνεται η ρίμα. Από ένα τραγούδι που ποντάρει στον κατεξοχήν αστικό μας μύθο, στη γλωσσική μας υπεροχή δηλαδή, πώς θα μπορούσε να λείπει ένας αστικός αλλά και υπεραστικός (τουτέστιν εθνικός) θρύλος, ο γλωσσολόγος-λεξικογράφος-υπουργός, που το όνομά του ακούγεται πια, σαν φορέας αυτονόητης αξίας, σε σίριαλ, σε γήπεδα, σε καφενεία αλλά και σε υπουργικά συμβούλια;


Πηγή: Καθημερινή