Του ΙΚ Πρετεντέρη

Πολύ φοβούμαι ότι βαδίζοντας προς τις κάλπες η ελληνική κοινωνία έχει παγιδευτεί σε μια δυσάρεστη παρανόηση.
Νομίζει πως ό,τι κι αν ψηφίσει, κάποια κυβερνητική λύση θα βρεθεί.
Και νομίζει επίσης πως όποια κυβερνητική λύση κι αν βρεθεί, θα εφαρμόσει τελικώς όσα έχουν ήδη συμφωνηθεί στο 2ο Μνημόνιο.
 
Η παρανόηση αυτή δεν είναι απλώς καταστροφική. Είναι λάθος!
 
Διότι το ζητούμενο των εκλογών είναι ακριβώς το αντίθετο: να βρεθεί μια κυβερνητική λύση τόσο αξιόπιστη και τόσο ισχυρή που να μπορέσει να διαπραγματευτεί μια σειρά διορθωτικές τροποποιήσεις σε μια πολιτική που αποδείχτηκε έως τώρα και διαλυτική και αδιέξοδη. Με άλλα λόγια, να αλλάξει πολιτική.
 
Μόνο που τέτοια κυβέρνηση αποκλείεται να προκύψει αν δεν την επιβάλουν οι ψηφοφόροι.
 
Στο χέρι τους, λοιπόν, είναι όχι μόνο να επικυρώσουν την συνολική πορεία του τόπου. Ούτε απλώς να διαμαρτυρηθούν για τις επιπτώσεις μιας πολιτικής.
 
Αλλά να ανοίξουν τον δρόμο στην τροποποίηση και, τελικά, στην αλλαγή της πολιτικής που απορρίπτουν.
Αυτό, φυσικά, δεν θα γίνει διά μαγείας και σίγουρα όχι από τη μια μέρα στην άλλη. Μπορεί να συμβεί μόνο μέσα από τρεις προϋποθέσεις.
 
Προϋπόθεση πρώτη, μια ισχυρή κυβέρνηση που θα καταστεί αξιόπιστος συνομιλητής των ευρωπαίων εταίρων.
Προϋπόθεση δεύτερη, μια ευρεία κοινοβουλευτική πλειοψηφία, η οποία θα μπορέσει να ενώσει ξανά την ελληνική κοινωνία, να εκτονώσει τον δικαιολογημένο θυμό και την εύλογη αγανάκτησή της.
 
Προϋπόθεση τρίτη, μια αλλαγή των συσχετισμών και των αντιλήψεων σε ευρωπαϊκό επίπεδο - η οποία μπορεί να δρομολογηθεί (αλλά μόνο να δρομολογηθεί…) από τη γαλλική προεδρική εκλογή.
 
Τότε ίσως η Ελλάδα αναπνεύσει. Διαφορετικά, κινδυνεύει να τιμωρήσει όχι μόνο τους υπαίτιους της καταστροφής αλλά και τον εαυτό της.
 
Εχω την αίσθηση ότι η προοπτική αυτή δεν έχει καταστεί ευδιάκριτη σε μια συγκεχυμένη κι ασυνάρτητη προεκλογική εκστρατεία όλων των κομμάτων - κυρίως των δυο μεγαλυτέρων.
 
Στην πολιτική αντιπαράθεσή τους έχουν εξαντλήσει τα πιο δευτερεύοντα ζητήματα (από το ντιμπέιτ έως το ποιος θα γίνει πρωθυπουργός) αλλά παραμένουν χλωμοί κι ασαφείς σε κάτι που αποτελεί το πραγματικό ζητούμενο των εκλογών: την αλλαγή πολιτικής.
 
Νόμιζαν ίσως ότι θα πουν στους ψηφοφόρους «εντάξει βρε παιδιά, δεν έγινε και τίποτα!» για να τους ξαναψηφίσουν.
Και γι' αυτό μια αλλαγή αναγκαία και ζωτική αφέθηκε ορφανή να κυκλοφορεί μόνο με τη μορφή της επαγγελίας ή της καταγγελίας από ανισόρροπους και ανυπόληπτους κομπογιαννίτες.
 
Επιβεβαιώνεται έτσι ο παλιός «κανόνας της Βαϊμάρης»: τα άκρα ευδοκιμούν όταν το κέντρο παραπαίει.
 
Διότι τα άκρα δεν αποτελούν το πρόβλημα στη δημοκρατία. Είναι απλώς η συνέπεια του προβλήματος.

Πηγή: Τα Νέα  (αρχ. δημ. 30/4)