Του Παντελή Μπουκάλα
Πάλι καλά που η προεκλογική περίοδος είναι σύντομη. Γλίτωσαν έτσι τα κόμματα από περιττά έξοδα και οι αρχηγοί από επίσης περιττές ομιλίες. Και μόνο μια βδομάδα παραπάνω να διαρκούσε η εκστρατεία τους, θα συνειδητοποιούσαν και οι ίδιοι πόσο μονότονα και πληκτικά επαναλαμβάνονται. Και θα αποδέχονταν ότι τίποτα δυσκολότερο από τη διοργάνωση επιβλητικών ανοιχτών συγκεντρώσεων, αφού και δέκα Μπιρσίμηδες να επιστρατεύσεις, το αποτέλεσμα παραμένει φτωχό. Βεβαίως, ουδείς λόγος συντρέχει να νοσταλγήσουμε τα εκατομμύρια του Ανδρέα Παπανδρέου και του Κωνσταντίνου Καραμανλή, γιατί και πλαστά ήταν, όπως εκ των υστέρων ομολόγησαν οι τηλεσκηνοθέτες τους (και μάλιστα δίχως τύψεις), και μετέτρεπαν τους πολίτες σε άσημο και απρόσωπο υλικό ενός φαραωνικού σόου.

Ενα εικοσαήμερο τώρα, κάθε αρχηγός έχει βρει μια-δυο φράσεις που τις μηρυκάζει εκνευριστικά, με την πίστη ότι αρκούν για να μαγέψουν τα (τηλεοπτικά) πλήθη. Ο κ. Βενιζέλος λέει και ξαναλέει ότι ένα συνεργείο διάσωσης (το ΠΑΣΟΚ δηλαδή) δεν φταίει για την καταστροφή όσο φταίνε αυτοί που γκρέμισαν το οικοδόμημα. Ακόμα όμως κι αν παραβλέψουμε το προ του 2004 διαβρωτικό ΠΑΣΟΚ, ουδέποτε συνεργείο διάσωσης έδρασε τόσο άτσαλα, πρόχειρα, καταστροφικά. Ο κ. Σαμαράς πάλι εμφανίζεται μονίμως θυμωμένος, επειδή «κάποιοι θέλουν να του στερήσουν την ισχυρή εντολή δίνοντας φιλί ζωής στο ΠΑΣΟΚ». Και δεν πείθει ούτε τον καθρέφτη του. Γιατί η ζωή, με τους κύκλους της, τα ’φερε έτσι ώστε να λέει στους άλλους όσα κατακεραυνωτικά άκουγε ο ίδιος από τον κ. Μητσοτάκη το 1993. Αν ανοίξει τοτινές εφημερίδες θα το θυμηθεί.

Από την πλευρά της η κ. Παπαρήγα επιμένει ότι τίποτα δεν θ’ αλλάξει με τις εκλογές, ό,τι κι αν γίνει. Ετσι, αντί να ενθουσιάζει (έστω τους κομματικούς), απελπίζει, αφού είναι σαν να υπονοεί ότι ώσπου να ξημερωθούμε σαν από θαύμα σε κομμουνιστική πολιτεία, δεν δικαιούμαστε να ελπίζουμε τίποτα, άρα δεν υποχρεούμαστε να πολεμήσουμε για οτιδήποτε. Ποτέ ένα κόμμα που «θέλει να τ’ αλλάξει όλα», δεν έδειχνε τόσο απρόθυμο ν’ αλλάξει το παραμικρό. Ο κ. Τσίπρας τώρα, ασαφώς σαφής, προτείνει σταθερά μια ανέφικτη κυβέρνηση της Αριστεράς, την οποία δεν αποδέχεται ούτε καν ο σαφώς ασαφής κ. Κουβέλης τής μολαταύτα αυτοπροσδιορισμένης «κυβερνώσας Αριστεράς».

Οσο για τον φανερά κουρασμένο κ. Καρατζαφέρη, περιφέρει το θλιμμένο ύφος του, δίχως σπίρτο και με τα ΜΜΕ που τόσο τον αγαπούσαν, να μην τον αβαντάρτουν πια. Η κ. Μπακογιάννη καταγγέλλει διαρκώς τους «αδιόρθωτους μεγάλους» (δηλαδή, για τους μνήμονες, αυτοκαταγγέλλεται), όπως άλλωστε και το ετεροβαρές δίδυμο Κατσέλη-Καστανίδη. Κι αν ο κ. Καμμένος έχει συνειδητοποιήσει ότι όσο λιγότερο μιλάει τόσο καλύτερα για τις φιλοδοξίες του, οι χιτλερόφρονες Χρυσαυγίτες κατάλαβαν ότι όσο λιγότερο φαίνονται αυτοί και τα σύμβολά τους τόσο καλύτερα για τις φαιές φαντασιώσεις τους.


Πηγή: Kathimerini