Του Ηλία Μόσιαλου, Καθηγητή Πολιτικής της Υγείας στη London School of Economics, πρώην Υπουργός Επικρατείας  

Η κριτική για το πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ εστιάστηκε κυρίως στις δημοσιονομικές επιπτώσεις του. Είναι σαφές πως, αν σήμερα είμαστε σε θέση να διαπραγματευτούμε με τους εταίρους στην ΕΕ, αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι το πρωτογενές έλλειμμα της χώρας (που δεν περιλαμβάνει τους τόκους) μειώθηκε με τις μεγάλες θυσίες του Ελλήνων από 24 δις. ευρώ το 2009 σε 4 δις. τον Δεκέμβριο του 2011. Ο ΣΥΡΙΖΑ στην ουσία προτείνει να επιστρέψουμε στην εποχή των μεγάλων δημοσιονομικών ανοιγμάτων για να εισέλθουμε σε αναπτυξιακή πορεία. Αλλά όταν ακριβώς το 2009 είχαμε αυτό το τεράστιο έλλειμμα, η χώρα είχε και ύφεση στο -3,2%.   Θα περίμενε κανείς από ένα αριστερό κόμμα να τονίσει τις ανεπάρκειες του παραγωγικού μας μοντέλου και να θελήσει να αλλάξει τις ατέλειες των παραγωγικών σχέσεων. Αντιθέτως τι μας προτείνει ο ΣΥΡΙΖΑ;  Δεν προτείνει τίποτα για τις ανισότητες,  για τις αναγκαίες διαρθρωτικές αλλαγές και τις μορφές ανάπτυξης. Προτείνει μόνο προσλήψεις, κάλυψη δήθεν οργανικών κενών στην παιδεία (τη στιγμή που έχουμε έναν καθηγητή ανά 8.4 μαθητές) και επιδοματικές πολιτικές για την αντιμετώπιση της ανεργίας αντί για πολιτικές ενίσχυσης της εργασίας και της  επιχειρηματικότητας. Δεν λέει τίποτα για αύξηση του ανταγωνισμού και την αναγκαία  αναβάθμιση των ελεγκτικών μηχανισμών που υπολειτουργούν (Επιτροπή Ανταγωνισμού). Κι αυτό γιατί εμπνέεται μόνο από τον κρατισμό.  

Αλλ
ά ο κρατισμός αναπαράγει και διευρύνει τις κοινωνικές ανισότητες.  Θα αναφέρω μόνο μερικά ενδεικτικά παραδείγματα. Ένας δάσκαλος, π.χ. έπειτα από 30 χρόνια υπηρεσίας αμείβεται με το ένα δεύτερο ή το ένα τρίτο του μισθού των «ρετιρέ» των ΔΕΚΟ. Η σύνταξη ενός διοικητικού υπαλλήλου του δημόσιου τομέα, πανεπιστημιακής μόρφωσης, υπολείπεται περίπου 500 ευρώ του συναδέλφου του της ΔΕΗ, δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης.

Στον χώρο της υγείας η Ελλάδα είναι η χώρα με τις υψηλότερες (μετά τις ΗΠΑ) ανισότητες στην πρόσβαση στις υπηρεσίες παρότι έχουμε τους περισσότερους γιατρούς, φαρμακοποιούς και οδοντιάτρους ανά χίλιους κατοίκους όχι μόνο στην ΕΕ αλλά και παγκοσμίως. Τα λεγόμενα ʽευγενήʼ ταμεία υγείας (πολλά εκ των οποίων επιδοτούνται από ʽκοινωνικούςʼ πόρους) πληρώνουν μόνο το μεταβλητό κόστος των υπηρεσιών υγείας, γιατί οι μισθοί του υγειονομικού προσωπικού, αλλά και η συντήρηση των υποδομών επιδοτούνται από τον κρατικό προϋπολογισμό, δηλαδή από τους Έλληνες που πληρώνουν φόρους.  

Στην παιδεία, σύμφωνα με έρευνα του Κέντρου Ανάπτυξης Εκπαιδευτικής Πολιτικής της ΓΣΕΕ, οι πολίτες πληρώνουν συνολικά 5,17δισ. ευρώ από το εισόδημά τους, δηλαδή το 35,2% της συνολικής χρηματοδότησης που ανέρχεται στο ποσό των 14,7 δισ. ευρώ, για τις διάφορες εκπαιδευτικές ανάγκες των παιδιών. Κι όμως 37.652 παιδιά εγκαταλείπουν τα σχολεία τους. Όσοι φοιτητές είναι πάνω από το όριο της φτώχειας είναι 24 φορές περισσότεροι από τους αντίστοιχους φτωχούς που έχουν κάνει μεταπτυχιακό. Επίσης, οι φτωχοί που έχουν τελειώσει το Λύκειο είναι 3 φορές λιγότεροι από όσους απόφοιτους βρίσκονται πάνω από το όριο της φτώχειας.  Οι πτυχιούχοι ΑΕΙ, οι οικογένειές των οποίων είναι πάνω από το όριο της φτώχειας, είναι 7,7 φορές περισσότεροι από όσους ζουν κάτω από το όριο της φτώχειας.  

Στο πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ η άρση των ανισοτήτων δεν υπάρχει, γιατί οι ελληνικές ανισότητες παράγονται από το σύστημα του κρατισμού που υπερασπίζεται. Αντιστοίχως, όσοι ωφελούνται τον κρατισμό σήμερα συσπειρώνεται γύρω του. Ο ελληνικός κρατισμός παράγει και ανισότητες στο επίπεδο της κοινωνίας, μεταξύ όσων έχουν σίγουρη και ασφαλή εργασία και όσων εργάζονται στον ιδιωτικό τομέα σε συνθήκες ανασφάλειας και συχνά με ανεξέλεγκτες συνθήκες.

Ο ελληνικός κρατισμός όμως είχε διπλή φύση και μέσα στο ίδιο το δημόσιο. Αφενός δημιούργησε θέσεις εργασίας καθόλου προνομιούχες, χωρίς δυνατότητες ανέλιξης και κακοπληρωμένες, αφετέρου θέσεις εργασίας, σχετικά ασφαλείς και με ιδιαίτερα υψηλές αμοιβές.  

Αριστερή πολιτική όμως σημαίνει ανάπτυξη με αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου και ενεργοποίηση του κοινωνικού ασανσέρ (κοινωνική κινητικότητα), μέσα από σοβαρές δημόσιες και κοινωνικές υπηρεσίες που θα συμβάλλουν στην επίτευξη δεξιοτήτων (κυρίως μέσω του εκπαιδευτικού συστήματος) αλλά και θα δημιουργούν τις συνθήκες εκδίπλωσης και πραγματοποίησης τους στην αγορά εργασίας. Τι προϋποθέτει αυτή η αριστερή πολιτική; Προϋποθέτει τη στήριξη ενός μοντέλου παραγωγής που θα βασίζεται στον υγιή ιδιωτικό τομέα και στην ταυτόχρονη ενίσχυση του κράτους πρόνοιας των παρεχόμενων υπηρεσιών, όπως είναι η στήριξη βρεφονηπιακών σταθμών και υπηρεσιών για ηλικιωμένους.

Μια τέτοια πολιτική θα διευκολύνει τις γυναίκες να συμμετέχουν ισότιμα στην αγορά εργασίας και θα άρει πολλές ανισότητες σʼ αυτό το τομέα, ενώ ταυτόχρονα θα ενισχύει και τους οικογενειακούς προϋπολογισμούς. Προϋποθέτει ακόμη υπηρεσίες κατάρτισης για την αναβάθμιση των δεξιοτήτων των πολιτών και την σύγκλιση τους με τις αλλαγές στην αγορά εργασίας. Προϋποθέτει, τέλος, σοβαρές υπηρεσίες υγείας, κοινωνική δικαιοσύνη στις συντάξεις, δημόσιο τομέα που θα εγγυάται την αξιοκρατία, υγιή ανταγωνισμό και διαφάνεια στις συναλλαγές.  

Γι' αυτά όμως τίποτα δεν λένε στον ΣΥΡΙΖΑ. Μιλάνε για το δημόσιο συμφέρον, στην ουσία εξυπηρετούν καθαρά συντεχνιακά αιτήματα, όπως έκαναν επί δεκαετίες το ΠΑΣΟΚ με τη Νέα Δημοκρατία.