Του Παντελή Μπουκάλα
Μέσα στα πολλά των μυθολογικών αφηγήσεων για τον Ωρίωνα, γιο του Ποσειδώνα και της Γης και σπουδαίο κυνηγό, είναι και η απόπειρά του να βιάσει την Παρθένο Αρτεμη. Τον τιμώρησε πάραυτα η θεά, στέλνοντας εναντίον του έναν σκορπιό, που τσίμπησε στη φτέρνα τον γίγαντα. Κι έγινε αστερισμός ο σκορπιός, όπως και ο Ωρίων και ο σκύλος του. Γιατί κάποιο σχήμα και κάποιο όνομα έπρεπε να δοθεί στα φωτεινά σημαδάκια που έσπαγαν το άπειρο μαύρο, ώστε να ενταχθούν σε μια ιστορία με νόημα. Ο Μέγας Κύων λοιπόν (όπου ανήκει ο Σείριος, το λαμπρότερο αστέρι της νύχτας) είναι αυτός που φταίει για τον καύσωνα που ταλάνισε τη Μεσόγειο. Κυνικά καύματα αποκαλούσαν τις ζέστες αυτές οι αρχαίοι, επειδή εμφανίζονταν όταν ο αστερισμός του Κυνός βρισκόταν πιο κοντά στη Γη. Και την πύρωνε τότε ο καβαφικός «θείος Ιούλιος μήνας».

Αλλά εντάξει. Καλοκαίρι είναι, ζέστη θα κάνει. Αυτό ήταν το φυσικό κι αυτό είναι. Το φυσικό; Να τος ο κόμπος στο χτένι, που δεν «λύνεται» σαν να ’ναι γόρδιος δεσμός· χρειάζεται λεπτότερο «χειρουργείο». Φυσικό είναι λοιπόν και το σαρανταδυάρι. Και εντέλει ανεκτό, λίγο αν προσέξουμε. Το αφύσικο άρχισε να εμφανίζεται αφότου έγινε κραυγαλέα η διαφορά ανάμεσα στη θερμοκρασία που καταγράφουν τα θερμόμετρα και στη θερμοκρασία που νιώθουμε εμείς, με την ευαίσθητη σάρκα μας. Η «σάρκινη» θερμοκρασία λοιπόν ξεπερνάει την υδραργυρική κατά τρεις - τέσσερις βαθμούς, ίσως και περισσότερους. Με αποτέλεσμα την ασφυξία που αισθανόμαστε όλοι, παρά τους ανεμιστήρες και τα κλιματιστικά.
Οι βαθμοί της διαφοράς δείχνουν τη συμβολή του πολιτισμού στην πορεία του πλανήτη και αποτελούν το πιστοποιητικό της «ανάπτυξης»· το πιστοποιητικό της κατάκτησης του πλανήτη από τους φιλοξενούμενούς του: εμάς. Μπορούμε βέβαια να υιοθετήσουμε θεωρία απαλλακτική για τον άνθρωπο, σύμφωνα με την οποία δεν υπάρχει καν φαινόμενο του θερμοκηπίου ή ανθρωπογενής κλιματική αλλαγή, αλλά για όλα φταίνε τ’ αστέρια. Πολύ πιο τίμιο όμως είναι να αποδεχτούμε ότι ο πλανήτης πληγώθηκε βαριά από τις δικές μας βίαιες παρεμβάσεις, που δεν κράτησαν κανένα μέτρο. Με την απληστία τους, αδιαφόρησαν για τα δάση, τα ποτάμια και τις θάλασσες, για τα υπόλοιπα πλάσματα του πλανήτη, για τους ανθρώπινους πληθυσμούς που ζούσαν επί χιλιετίες προστατευόμενοι από τα δάση, που πια παραδόθηκαν στην «ανάπτυξη», όπως στον Αμαζόνιο.

Αλλα ο Αμαζόνιος είναι μακριά. Κοντά μας είναι ο ημιμπαζωμένος Κηφισός, ο ενταφιασμένος Ιλισός, το βαλτωμένο υπόλειμμα του Ηριδανού. Καμία πρωτεύουσα δεν είχε τρία ποτάμια, όπως η Αθήνα. Τώρα δεν έχει κανένα. Οπως δεν έχει και κανένα άθικτο βουνό γύρω της, να πολεμάει τον καύσωνα. Επειδή υιοθετήθηκε το παγκόσμιας ισχύος «μοντέλο ανάπτυξης»: τσιμέντο και άσφαλτος. Δίχως αιδώ απέναντι στη φύση. Δίχως σέβας. Με κυνισμό δηλαδή. Ωστε και πάλι κυνικά είναι τα καύματα που μας ταλανίζουν. Μόνο που το παλιό τους όνομα απέκτησε νέο περιεχόμενο.

Πηγή: Η Καθημερινή