Tου Αλεξη Παπαχελα

Το κρισιμότερο ερώτημα που δεν έχει ακόμη απαντηθεί είναι τι μπορεί να παράγει η Ελλάδα τα επόμενα χρόνια για να ξαναμπεί σε θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης. Ποια είναι τα συγκριτικά της πλεονεκτήματα σε σχέση με άλλες χώρες και ποιοι τομείς θα παίξουν τον «ηγετικό» ρόλο σε αυτήν τη διαδικασία; Εκατοντάδες εκθέσεις έχουν γραφτεί γι’ αυτό το θέμα από think tanks, εταιρείες μελετών κ.ά. οι οποίες είτε κλειδώθηκαν σε συρτάρια υπουργών είτε αγνοήθηκαν με το πάγιο επιχείρημα «αυτά δεν γίνονται...» ή «άντε τώρα να τα κάνεις αυτά στην Ελλάδα».

Πρέπει, λοιπόν, να συμφωνήσουμε ως χώρα ποιους τομείς είμαστε διατεθειμένοι να χαρακτηρίσουμε στρατηγικούς και κατόπιν να βρούμε πρακτικούς τρόπους να τους βοηθήσουμε. Οχι, βέβαια, με επιδοτήσεις και διάφορα παρόμοια κόλπα τα οποία μετέτρεψαν πολλούς επιχειρηματίες σε (πλούσια) κρατικοδίαιτα παράσιτα. Πρέπει να βρεθούν άλλα εργαλεία, όπως είναι οι φοροαπαλλαγές. Το κυριότερο, όμως, είναι αυτό που μου είχε πει κάποτε ένας δυναμικός, μικρός παραγωγός τροφίμων από την Καλαμάτα: «Θέλουμε το κράτος να μην μπαίνει στα πόδια μας, να μας αφήσει να κάνουμε τη δουλειά μας χωρίς εμπόδια».

Κρίσιμος θα είναι και ο ρόλος των τραπεζών εάν θέλουμε ανάπτυξη. Μέχρι τώρα οι ελληνικές τράπεζες απέφευγαν το ρίσκο ή μάλλον απέφευγαν το ρίσκο των μη γνωστών ή «κολλητών». Χρηματοδοτούσαν, και μάλιστα σε παράλογο βαθμό μερικές φορές, επιχειρήσεις γνωστών τους έστω και αν ήταν εμφανές ότι δεν υπήρχε κανένα σοβαρό επιχειρηματικό σχέδιο. Στην Ελλάδα δεν υπήρξε ποτέ η λογική της χρηματοδότησης καινούργιων επιχειρήσεων από νέους ανθρώπους που μπορεί να έχουν μια καλή ιδέα, αλλά χρειάζονται το αρχικό κεφάλαιο. Είναι κρίμα, γιατί η χώρα μας έχει μορφωμένα νέα παιδιά με ιδέες και δημιουργικότητα που θα μπορούσαν να κάνουν πολλά. Σε αρκετές, μάλιστα, περιπτώσεις τα ποσά που χρειάζονται είναι μικρά και η εν δυνάμει απόδοση για έναν επενδυτή τεράστια.

Το επιχειρηματικό ήθος και η έννοια της ανάληψης σοβαρών ρίσκων αντικαταστάθηκε είτε από τη σιγουριά των επιδοτήσεων είτε από τον συγχρωτισμό τραπεζών και ενός πολύ περιορισμένου κύκλου επιχειρηματιών.

Χωρίς, όμως, αμφιβολία πρέπει όλοι να αλλάξουμε μυαλά αν θέλουμε ανάπτυξη και νέες επενδύσεις. Οσο επικρατεί η λογική σε τοπικές κοινωνίες, στα μέσα ενημέρωσης και σε ένα κομμάτι του πολιτικού κόσμου που λέει ότι «όποιος κάνει για να κερδίσει κλέβει τους υπόλοιπους» δεν θα πάμε ποτέ μπροστά. Είναι απίστευτο πώς ανεχόμαστε τη μικρολαμογιά, τις αυθαιρεσίες των «μικρομεσαίων» αλλά περιμένουμε πάντοτε «στη γωνία» ένα σοβαρό επιχειρηματία για να τον κατηγορήσουμε με την παραμικρή αφορμή. Πίσω από τις δήθεν περιβαλλοντολογικές ή άλλες ευαισθησίες κρύβεται πολλές φορές φθόνος, μιζέρια και η παραδοσιακή νεοελληνική αδράνεια.

Η επιχειρηματικότητα έχει δυσφημηθεί στην Ελλάδα. Δεν ήταν εντελώς άδικο αυτό βέβαια. Τα πάλαι ποτέ «γκλαμουράτα» περιοδικά υπερπρόβαλλαν ως επιτυχημένο μοντέλο νεοέλληνα επιχειρηματία εκείνον που ζούσε από το κράτος, έκλεβε τους μετόχους του και εξαφάνιζε τα χρήματα που αντλούσε από το χρηματιστήριο. Από την άλλη, όμως, έχουμε πολλά παραδείγματα επιχειρηματιών και τραπεζιτών που δούλεψαν σκληρά, πήραν τα ρίσκα τους και -παρά τα όποια προβλήματα- πέτυχαν σε μια πολύ δύσκολη χώρα. Τώρα ήλθε η ώρα να τους αναδείξουμε ως πρότυπα για την επόμενη ημέρα. Τέτοιους ανθρώπους θέλουμε στον τουρισμό, στην αγροτική παραγωγή, την υψηλή τεχνολογία και όπου αλλού θα κριθεί ότι η χώρα μπορεί να ανταγωνισθεί διεθνώς. Ενα είναι βέβαιο: η Ελλάδα έχει πολλούς ανθρώπους με ταλέντο, όρεξη για δουλειά και φιλοδοξίες. Αν εμείς όλοι και, το κυριότερο, το κράτος τους αφήσουμε να ξεδιπλώσουν το ταλέντο τους, η Ελλάδα θα μπορούσε σε λίγα χρόνια να έχει εντελώς άλλη όψη. Στο χέρι μας είναι.

Πηγή: Η Καθημερινή