Του Αλέξη Παπαχελά

Πού είναι το «καινούργιο», το «φρέσκο» που περιμένει με μεγάλη αγωνία η ελληνική κοινωνία, για να πιστέψει ότι υπάρχει κάπου μια χαραμάδα αισιοδοξίας; Σίγουρα όχι στη Βουλή, στα κόμματα και γενικότερα στο πολιτικό σύστημα. Η κυβέρνηση παλεύει με την τρόικα και η διαπραγμάτευση έχει ρουφήξει όλη της την ενέργεια, όλα της τα κουράγια. Οι άνθρωποι που αντέχουν την πίεση, καταλαβαίνουν τι διακυβεύεται και γνωρίζουν τα θέματα, είναι μετρημένοι στα δάχτυλα. Οι ξένοι εντυπωσιάζονται με τη δύναμη της αδράνειας, το πώς είναι δυνατόν η διοίκηση και η πολιτική στην Ελλάδα να είναι, ύστερα από όλα αυτά που έχει περάσει η χώρα, αυτό που λένε business as usual.

Αντικρίζουν γραφεία κρίσιμων υπουργών χωρίς σοβαρούς τεχνοκράτες, στελεχωμένα με ημέτερους συνδικαλιστές και άσχετους υπαλλήλους. Η όποια μεταρρυθμιστική ορμή επιτάσσουν οι συνθήκες έχει στερέψει προ πολλού. Η φράση που ακούγεται, πίσω από κλειστές πόρτες, είναι «να κάνουμε τώρα κάνα δυο μερεμέτια γιατί θα μας κόψουν και θα έχουμε πρόβλημα».

Η ίδια αντιμετώπιση παρατηρείται και στο μοίρασμα της πίτας, όπου μια νέα γενιά διαπλεκομένων δεν κρατάει καν τα προσχήματα και θέλει λύσεις εδώ και τώρα, λύσεις για την... πάρτη της. Ο πόλεμος συμφερόντων είναι τιτάνιος όσο και χαμηλοτάτου επιπέδου. Η σφοδρότητά του, όμως, απειλεί το πολιτικό σύστημα με παράπλευρες απώλειες. Οι παίκτες είναι πολλοί και δεν υπάρχει κάποιο σημείο ισορροπίας. Τα γάντια βγαίνουν με κάθε ευκαιρία και θέλει πολύ μεγάλη ικανότητα για να καταλάβεις τι κρύβεται πίσω από τις λέξεις, ποιο μικρό ή μεγάλο συμφέρον έχει υπαγορεύσει μια συγκεκριμένη επίθεση στην τρόικα ή μια ανάλυση για το πόσο «πραγματικά» κάνει ο ΟΠΑΠ.

Με άλλα λόγια, είναι πολλή η σαπίλα και μεγάλη η συσσωρευμένη αδράνεια. Διαθέτει η σημερινή κυβέρνηση το απαιτούμενο πάθος, την ικανότητα και τα πρόσωπα για να βγάλει πέρα το τι πρέπει να γίνει όταν τελειώσει και αυτός ο γύρος περικοπών; Δεν είμαι καθόλου βέβαιος, αλλά δεν βλέπω και κανέναν άλλον που να διαθέτει τα απαραίτητα προσόντα.

Ο ΣΥΡΙΖΑ υπερασπίζεται όχι απλώς το status quo αλλά το status quo ante, όχι το χθες αλλά το προχθές. Είναι τόσο εμφανώς ανέτοιμος να κυβερνήσει, που αναρωτιέται κανείς πώς μπορεί να σταθεί μια χώρα που δεν έχει έτοιμη αξιόπιστη εναλλακτική λύση διακυβέρνησης. Δεν λέει κανείς ότι είναι εύκολο να γεφυρωθούν οι διαφορές των οπαδών ενός «πραγματικού» αριστερού μοντέλου με τους οπαδούς της σοσιαλδημοκρατίας. Ο ρηχός, ψευτοεπαναστατικός λόγος, όμως, προδίδει την απουσία απτών προτάσεων, έμπειρων στελεχών και μιας προοπτικής εξουσίας.

Βρισκόμαστε λοιπόν ανάμεσα στην αδράνεια του business as usual και την υπεράσπιση της πλήρους αδράνειας. Ψάχνουμε να δούμε ποιοι πολιτικοί και άλλοι θα κόψουν, επιτέλους, τις γέφυρες με το παρελθόν, με τους συνδικαλιστές, την αναξιοκρατία, τα ρουσφέτια, τη μετριότητα για να πείσουν ότι αυτοί θα γυρίσουν τη σελίδα στην ιστορία μας.

Με τα σημερινά δεδομένα, όμως, η επιλογή είναι μία: να στηρίξουμε τους πολιτικούς που μπορούν να κερδίσουν την άμεση μάχη της επιβίωσης εντός του ευρώ. Την ώρα που καίγεται το σπίτι σου, δύσκολα σκέπτεσαι πώς ακριβώς θα το ξανακτίσεις έστω και αν ξέρεις ότι η μόνη λύση είναι το, εκ θεμελίων, ξανακτίσιμο.

Πηγή: Η Καθημερινή