Της Ζέτας Ζήκου

Η Ελλάδα διαλύεται, η Ισπανία και η Πορτογαλία τρεκλίζουν. Ενώ η Γερμανία καταμετρά τα σημαντικά κέρδη της που απολαμβάνει από τα εξαιρετικά χαμηλά επιτόκια που πληρώνει για τη χρηματοδότησή της. Η κρίση χρέους στην περιφέρεια της Ευρωζώνης έχει στρέψει τους επενδυτές στο καταφύγιο των ασφαλών επενδύσεων που προσφέρουν οι γερμανικοί κρατικοί τίτλοι.
Με βάση τους υπολογισμούς του Jens Boysen-Hogrefe, επικεφαλής οικονομολόγου στο Ινστιτούτο του Κιέλου, που δημοσίευσε η κορυφαία οικονομική εφημερίδα της Γερμανίας Handelsblatt, η Γερμανία έχει εξοικονομήσει συνολικά 68 δισ. ευρώ κατά τα τελευταία τριάμισι χρόνια σε κόστος δανεισμού, όπως προκύπτει από τη σύγκριση του μέσου κόστους δανεισμού με αυτό της περιόδου 1999–2008.

Αξιοσημείωτο είναι, επίσης, το παράδειγμα της γερμανικής έκδοσης των FT Deutsdhland, με την Ελλάδα. Με αφορμή το ομόλογο ύψους 3,2 δισ. ευρώ που πλήρωσε η Ελλάδα πριν από δύο μήνες και το οποίο είχε στην κατοχή της η ΕΚΤ, προστίθενται νέα κέρδη σε αυτά που έχει ήδη αποκομίσει η Γερμανία. Δηλαδή, όταν η ΕΚΤ επιστρέψει τα κέρδη της στις ευρωπαϊκές χώρες, η Γερμανία θα λάβει το μεγαλύτερο μερίδιο καθώς διατηρεί τη μεγαλύτερη συμμετοχή σε αυτήν. Ως εκ τούτου, σύμφωνα με τους FT Deutsdhland, η Γερμανία θα συνεχίσει να λαμβάνει μεγαλύτερη «μερίδα» από τα κέρδη της ΕΚΤ δεδομένου ότι έως το 2026 το ποσό που θα καταβάλει η Ελλάδα στην ΕΚΤ από ομόλογα που λήγουν φτάνει τα 12,7 δισ. ευρώ.

Οντως, αξίζει να θυμηθούμε τα εξής: Πριν από τέσσερα χρόνια, όταν ξέσπασε η χρηματοπιστωτική κρίση, η Γερμανία, όπως όλη η ηπειρωτική Ευρώπη, την αντιμετώπισε ως «αγγλοσαξονικό πρόβλημα» και έστρεψε τα πυρά της προς τη Βρετανία και τις ΗΠΑ. Ενα χρόνο αργότερα, όταν η χρηματοπιστωτική κρίση έγινε οικονομική, οι Γερμανοί κατέφυγαν σε μια ακόμη πιο ασφαλή δικαιολογία, ερμηνεύοντας το πρόβλημα όχι ως οικονομικό, αλλά ως δημοσιονομικό (δηλαδή ως απόρροια των χρεών και των ελλειμμάτων). Ως εκ τούτου, το Βερολίνο αρνήθηκε πεισματικά ότι είχε κάνει οτιδήποτε λάθος και έτσι συνεχίζει να δικαιολογεί την άρνησή του να συμβάλει εγκαίρως στην επώδυνη λύση του ζητήματος.
Σύμφωνα με στοιχεία της Τράπεζας Διεθνών Διακανονισμών (ΒΙS), πριν από ένα χρόνο, η Γερμανία είχε δανείσει σχεδόν ενάμισι τρισεκατομμύριο δολάρια στην Ελλάδα, την Ισπανία, την Πορτογαλία, την Ιρλανδία και την Ιταλία.

Στην αρχή της κρίσης, το 30% των συνολικών δανείων προς τον δημόσιο και τον ιδιωτικό τομέα αυτών των κρατών προερχόταν από γερμανικές τράπεζες. Η έκθεση της Γερμανίας σε τέτοια δάνεια αναλογούσε στο 15% του ΑΕΠ της. Σε αυτό προσθέστε τη μεγάλη έκθεση των γερμανικών τραπεζών στα τοξικά (CDOs) χρηματοπιστωτικά προϊόντα της αμερικανικής αγοράς ακινήτων (τα μισά από αυτά τα προϊόντα πωλήθηκαν στην Ευρώπη). Είναι σαφές λοιπόν ότι όπου και να γινόταν το πάρτι, οι γερμανικές τράπεζες κερνούσαν τα ποτά. Επομένως, ήταν περισσότερο εκτεθειμένες από τις αντίστοιχες τράπεζες οποιασδήποτε άλλης ανεπτυγμένης οικονομίας. Σύμφωνα με τα στοιχεία του ΔΝΤ, ήταν 2,5 φορές περισσότερο ευάλωτες από τις αμερικανικές τράπεζες και αρκετές διασώθηκαν με κρατικά κεφάλαια.

Ακόμη και σήμερα, νέα στοιχεία της ΒΙS, που δημοσιοποιήθηκαν προχθές από τη Wall Street Journal, επιβεβαιώνουν ότι οι γερμανικές τράπεζες έχουν τη μεγαλύτερη έκθεση στην Ισπανία σε σχέση με την υπόλοιπη Ευρώπη. Η έκθεση των γερμανικών χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων στις ισπανικές τράπεζες υπολογίζεται στα 45,9 δισ. δολάρια (35,4 δισ. ευρώ). Συνολικά, οι γερμανικές τράπεζες έχουν χορηγήσει πιστώσεις 139,9 δισ. δολ. (108 δισ. ευρώ) στην Ισπανία, λαμβάνοντας σε αρκετές περιπτώσεις κρατικά κεφάλαια για την ενίσχυσή τους. Αλλά οι γερμανικές τράπεζες έχουν περιορίσει τις τοποθετήσεις σε ισπανικά κρατικά ομόλογα. Ομως, παραμένουν εκτεθειμένες σε τίτλους ισπανικών τραπεζών, σε ομόλογα εγγυημένα από στεγαστικά δάνεια, αλλά και επιχειρηματικούς τομείς που έχουν πληγεί από την κρίση στην Ισπανία.

Σήμερα, όπως και προ τετραετίας, ιδιαίτερα εκτεθειμένες είναι οι Landesbanks, δηλαδή οι περιφερειακές τράπεζες της Γερμανίας. Οι Landesbanken ανήκουν στα ομόσπονδα κρατίδια της χώρας και ειδικεύονται στις χορηγήσεις επενδύσεων των μικρού και μεσαίου μεγέθους γερμανικών επιχειρήσεων, τις γνωστές Mittelstand. Τον Ιούλιο του 2009, η κυβέρνηση του Βερολίνου εξαναγκάστηκε να προβεί στην πρώτη κρατικοποίηση τράπεζας από το 1930, της στεγαστικής τράπεζας Hypo Real Estate.

Πηγή: Η Καθημερινή