Του Παντελή Μπουκάλα

Από τη μια είναι οι ανάγκες των πολιτικών και οι επιθυμίες τους για φήμη και ισχύ. Από την άλλη οι ανάγκες των μίντια και οι επιθυμίες τους για εμπορική επιτυχία αλλά και πολιτική ισχύ. Και, κοινοτοπολογώντας, κάπου στη μέση, στο τεραίν της καθημερινότητας, είναι τα απαραίτητα για το παιχνίδι μπαλάκια. Το καθένα έχει το όνομά του γραμμένο πάνω του, ώστε να μην προκαλείται σύγχυση σ’ αυτό το σφοδρότατα ανταγωνιστικό παιχνίδι, που άλλωστε γεννάει μόνο του υπέρμετρη σύγχυση. Ερχονται στιγμές που δεν αναγνωρίζει κανείς εύκολα ποιοι είναι οι πολιτικοί και ποιοι οι δημοσιογράφοι, ποιοι οι ελέγχοντες και ποιοι οι ελεγχόμενοι, ποιοι οι πιο φιλόνομοι και ποιοι οι ισχυρότεροι. Είναι οι στιγμές όπου η τέταρτη εξουσία φουσκώνει από έπαρση και βουλιμία, η δε εξουσία των πολιτικών βαίνει μειούμενη.

Οσα συμβαίνουν με τη λίστα των τριών, των 32, των 36, των 2.000 (καθώς και με τις «ανεπίσημες» που κυκλοφορούν στα θρυλικά «δημοσιογραφικά γραφεία», όπως λένε οι τηλερυθμιστές της πολιτικής ατζέντας) πιστοποιούν ότι μεγάλο μέρος του παιχνιδιού διεξάγεται έξω από τον αγωνιστικό χώρο, μακριά από τα μάτια των θεατών - πολιτών. Ιδού λοιπόν το ένα μπαλάκι, το ένα «σφαιρίδιο» της καθαρευουσιάνικης ορθότητας: η διαφάνεια.

Τόσα και τόσα ειπώθηκαν για τη χάρη της, τόσοι όρκοι δόθηκαν από επιφανείς πολιτικούς για την προστασία της, κι ωστόσο τα κρίσιμα και τα σπουδαία εξακολουθούν να αποφασίζονται εκτός του κοινωνικού πεδίου και ερήμην του λαϊκού βλέμματος. Θεριεύουν έτσι η καχυποψία και η συνωμοσιολογία: «Γιατί τώρα και προς τι; Γιατί αυτοί; Γιατί από αυτούς;» Δεν θα μάθουμε. Ούτε και τώρα.

Μπαλάκι δεύτερο, η «ενημέρωση του λαού». Υπάρχουν πολλοί τρόποι για να μείνει κάποιος στο σκοτάδι ή στο ημίφως. Ο ένας είναι ο τρόπος της υποπληροφόρησης, της απόκρυψης, της ανταλλάξιμης σιωπής. Ο άλλος είναι ο τρόπος της υπερπληροφόρησης, όταν η αγορά κατακλύζεται από στοιχεία και «στοιχεία», ακρίτως, δίχως έλεγχο και διαβάθμιση, άρα συσκοτιστικά.

Ο πολίτης, ο βομβαρδιζόμενος από αντιφατικές ανθυπολεπτομέρειες, αντιλαμβάνεται ότι το βλέμμα του θολώνει, δεν πιάνει το ουσιώδες. Οταν «τα ξέρουμε όλα», συνήθως δεν ξέρουμε το όντως ουσιώδες· γιατί δεν πρέπει να το ξέρουμε. Μπαλάκι τρίτο, η τιμή του καθενός, η υπόληψή του. Και αθώος να αποδειχθείς, αν το όνομά σου καεί από τη δημόσια απαξιωτική χρήση του, κάποια σημάδια θα μείνουν.

Kαι οι μεν επώνυμοι έχουν τρόπο να το ξεπεράσουν. Οι «ανώνυμοι» όμως, οι απροστάτευτοι; Το σκέφτηκαν καλά λοιπόν όσοι έδωσαν στη δημοσιότητα (wanted...) ονόματα και φωτογραφίες νέων ανθρώπων, διαπομπεύοντάς τους, ενώ είναι απλώς κατηγορούμενοι, ορισμένοι δε κατηγορούνται για συμμετοχή σε επεισόδια στο Σύνταγμα ενώ συνελήφθησαν «προληπτικώς» στου Ζωγράφου; Γι’ αυτούς τους ταπεινούς θα βρεθεί κάποιος της Δικαιοσύνης να διαμαρτυρηθεί, όπως βρέθηκε για όσους βλέπουν το όνομά τους στις διάσημες λίστες;

Πηγή: Η Καθημερινή