Του Σταυρου Λυγερου

Τα δέματα - βόμβες δεν προκάλεσαν αιματοχυσία, αλλά οι πολιτικές επιπτώσεις είναι σημαντικές. Η Iστορία διδάσκει ότι η τρομοκρατία δεν υπονομεύει την εξουσία, όπως φαντασιώνονται οι δράστες. Σκορπίζοντας περισσότερο φόβο παρά αίμα, καλλιεργεί την ανασφάλεια στους πολίτες και κατ’ αυτόν τον τρόπο τους εξωθεί να συντάσσονται πίσω από την εκάστοτε κυβέρνηση.

Με αυτήν την έννοια, στην παρούσα κρίσιμη συγκυρία, η τρομοκρατία λειτουργεί εξ αντικειμένου ως παράγων ανάσχεσης της τάσης των πολιτών να στείλουν μήνυμα αποδοκιμασίας του πολιτικού συστήματος και να χειραφετηθούν από παραδοσιακές κομματικοεκλογικές δεσμεύσεις.

Το γεγονός αυτό, όμως, επ’ ουδενί δικαιολογεί την επίρριψη έμμεσων ευθυνών στην κυβέρνηση. Οι υπαινιγμοί αυτοί απορρέουν από τη θεωρία ότι οι τρομοκράτες είναι όργανα σκοτεινών κύκλων, ότι έχουν στόχο να διαμορφώνουν το κατάλληλο κλίμα για τη χειραγώγηση της κοινής γνώμης και της εκλογικής συμπεριφοράς των πολιτών. Η εν λόγω θεωρία, όμως, είναι ένας εύκολος τρόπος παράκαμψης του προβλήματος. Δεν αποκλείεται καθόλου στους κόλπους των ένοπλων ομάδων να υπάρχουν και πράκτορες, οι οποίοι εμμέσως υπαγορεύουν δράσεις και υποδεικνύουν στόχους. Είναι λάθος, όμως, το τρομοκρατικό φαινόμενο να ερμηνεύεται αποκλειστικά με όρους συνωμοσίας.

Η πραγματικότητα είναι πως από χρόνια στον αντιεξουσιαστικό χώρο έχει διαμορφωθεί ένας σκληρός πυρήνας «επαγγελματιών» της βίας με καριέρα στην «τηλεοπτική δημοκρατία» μας. Οταν το εξεγερσιακό κύμα του Δεκεμβρίου 2008 υποχώρησε, η φαντασίωση μιας δυναμικής συνέχειας τροφοδότησε αυτόν τον πυρήνα. Η συνάντηση του ρομαντισμού με τον μηδενισμό, άλλωστε, είναι εκρηκτική. Δεν είναι περίεργο, λοιπόν, που στην πορεία ακραία στοιχεία στράφηκαν στην ένοπλη δράση. Η οικονομική κρίση ενισχύει αυτήν την τάση. Η τρομοκρατία δεν είναι παιδί της κρίσης, αλλά η κρίση τής προσφέρει ιδεολογικό «έρεισμα» και κατ’ αυτόν τον τρόπο την τρέφει. Αυτοί είναι επιγραμματικά οι λόγοι για τους οποίους το τρομοκρατικό φαινόμενο επιβιώνει παρά τις συλλήψεις.

Οπως προκύπτει από τα ανωτέρω, οι ορίζουσες έχουν αλλάξει. Η «17 Νοέμβρη» ήταν μία κλειστή, σχεδόν επαγγελματική οργάνωση με ιδεολογικοπολιτικές αναφορές και κάποιους κώδικες συμπεριφοράς. Οι σημερινές ομάδες παραπέμπουν στο διάσπαρτο ένοπλο κίνημα της ιταλικής Αυτονομίας (δεκατία 1970). Οι επιθέσεις τους είναι πιο συχνές, μάλλον πρόχειρες, έχουν ποικιλία και σε μεγάλο βαθμό είναι «τυφλές». Ο χαμηλός βαθμός επαγγελματισμού καθιστά αυτές τις ομάδες περισσότερο ευάλωτες, αλλά και περισσότερο απρόβλεπτες. Τα κόμματα και τα ΜΜΕ δεν το ομολογούν, αλλά όσο οι ένοπλες ομάδες θα έχουν επιχειρησιακές δυνατότητες τόσο η τρομοκρατία θα αποτελεί άτυπο παράγοντα της πολιτικής σκηνής. Το αποδεικνύει ο θόρυβος που προκάλεσαν τα δέματα - βόμβες εντός και εκτός Ελλάδος. Θόρυβος που θα ήταν πολλαπλάσιος εάν είχαν εκραγεί και προκαλέσει θύματα.