Της Ζέζας Ζέκου

Οταν οι λαοί φοβούνται -και μεταξύ αυτών οι Ελληνες που με τρόμο βλέπουν πως η κρατική χρεοκοπία εξακολουθεί να διαλύει με ισχυρούς ρυθμούς την ελληνική οικονομία- τότε για να περιγράψουμε την κατάσταση, πρέπει να παραφράσουμε τον Μαρξ: Ενα φάντασμα εξακολουθεί να πλανιέται πάνω στη χώρα – το φάντασμα του οικονομικού χάους. Οντως, η κρίση χρεών «υποθηκεύει» την οικονομική ανεξαρτησία των πάντων.
Ουδείς μπορεί να ξορκίσει την εξόφθαλμη αλήθεια που ξέρουμε και εμείς και ο κ. Στουρνάρας: για τους περισσότερους Ελληνες το 2013 θα είναι «μαύρο» καθώς θα υλοποιούνται τα μέτρα του Μνημονίου Νο 3. Οι συνέπειες από τη βαθιά ύφεση και το άλμα της ανεργίας θα διαλύσουν τη χώρα. Παράλληλα, έχει καταστεί ολοφάνερο ότι (σχεδόν) οι πάντες παλινδρομούν στο ψέμα όταν δεν υπάρχει πεδίο της δημόσιας ζωής που να μην έχει (ξανα)κυλιστεί στον βούρκο. Το δείχνει η λίστα Λαγκάρντ.
Απέτυχαν να αναδιαρθρώσουν σωτήρια και αποτελεσματικά το ελληνικό χρέος και η χώρα συνεχίζει να μην έχει ουσιαστική ευκαιρία ανάκαμψης. Η επόμενη μέρα βρίσκει τη χώρα σε καθεστώς άμεσης εποπτείας και επιτροπείας.

Γι’ αυτό μας επιβάλλουν να εκπληρώσουμε στο ακέραιο τις υποχρεώσεις μας, μεταξύ των οποίων είναι να βάζουμε στον «ειδικό λογαριασμό», που θα εξυπηρετεί κατά προτεραιότητα τα δάνεια και τους τόκους, πρωτογενή πλεονάσματα ακόμα και πέρα από το 4,5% του ΑΕΠ. Που σημαίνει ότι η εφαρμογή οποιασδήποτε κοινωνικής πολιτικής ή μιας έστω αναπτυξιακής στρατηγικής εξόδου από την πολιτική της επαιτείας παραπέμπεται στις ελληνικές καλένδες. Αλλά η Ελλάδα αντιμετωπίζει ήδη ένα άκρως επώδυνο πρόγραμμα λιτότητας.

Η ελληνική οικονομία συρρικνώθηκε σχεδόν 25% τα τελευταία 5 χρόνια και θα συρρικνωθεί επιπλέον το 2013, καθώς η χώρα πασχίζει να μειώσει το χρέος της στο πλαίσιο των προγραμμάτων διάσωσης. Πρόκειται για τη μεγαλύτερη σωρευτική απώλεια εθνικού προϊόντος σε μια ανεπτυγμένη οικονομία για τουλάχιστον τρεις δεκαετίες, με μικρή διαφορά από την πτώση κατά 27% του ΑΕΠ της αμερικανικής οικονομίας μεταξύ του 1929 και του 1933, όπως αναφέρει το Γραφείο Οικονομικής Ανάλυσης στην Ουάσιγκτον. Η γερμανική οικονομία είχε μειωθεί σχεδόν 34% από το 1929 έως το 1933, όταν ο Χίτλερ έγινε καγκελάριος της χώρας, σύμφωνα με στοιχεία από την Ομοσπονδιακή Στατιστική Υπηρεσία του Βισμπάντεν. Η ανάκαμψη στη Γερμανία άρχισε το 1934, αλλά το εθνικό προϊόν επέστρεψε το 1937 στα επίπεδα του 1929.

Η συνταγή ξεκίνησε να εφαρμόζεται στη χώρα μας από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και το ΔΝΤ με το πρώτο Μνημόνιο και μάλιστα με την προωθημένη στρατηγική: ότι για να ανακτήσει τη χαμένη ανταγωνιστικότητά της, η Ελλάδα οφείλει να φθηνύνει και να φτωχύνει τόσο, ώστε να φτάσει στα επίπεδα των γειτονικών της χωρών. Τώρα, ο προϋπολογισμός του 2013 είναι ίσως ο χειρότερος προϋπολογισμός στη σύγχρονη ελληνική ιστορία. Είναι ένας προϋπολογισμός βαθιάς ύφεσης και αποπληθωρισμού.
Με ένα βαρύ και επώδυνο πακέτο μέτρων 9,4 δισ. ευρώ το 2013 και τη δέσμευση για τη λήψη άλλων 9,4 δισ. ευρώ την τριετία 2014-2016, η κυβέρνηση έκανε το πρώτο βήμα που της ζητούσε η τρόικα για την εκταμίευση της δόσης. Το επόμενο βήμα έγινε με την κατάθεση του πολυνομοσχεδίου με τις διαρθρωτικές αλλαγές.

Ποια χώρα στον κόσμο θα μπορούσε να σταθεί όρθια εάν μέσα σε 6 χρόνια, και επίσημα πλέον, είχε χάσει σχεδόν το 25% του Ακαθάριστου Εθνικού Προϊόντος της; Η Ελλάδα παίρνει χωρίς ανταγωνιστή το παγκόσμιο ρεκόρ, καθώς, σύμφωνα με τον προϋπολογισμό, η ύφεση το 2013 θα είναι 4,5% και συνολικά 24,5% σε μία εξαετία. Αν θυμάστε, οι προηγούμενες κυβερνήσεις μιλούσαν για πλεόνασμα και ανάπτυξη από το 2012· αντ’ αυτού η ύφεση βαθαίνει.

Βασικό χαρακτηριστικό των οικονομικών εξελίξεων για το 2012 ήταν η παραμονή της οικονομίας σε βαθιά ύφεση. Φαίνεται ότι η ελληνική οικονομία έχει περιπέσει σε έναν φαύλο κύκλο δημοσιονομικής προσαρμογής - ύφεσης - μη επίτευξης των δημοσιονομικών στόχων, με κεντρικό σημείο αναφοράς την εντεινόμενη αβεβαιότητα, ο οποίος μπορεί να διακοπεί μόνο αν ενισχυθούν οι θετικές προσδοκίες για την οικονομία. Αν τα 11,3 δισ. ευρώ της επαναγοράς «έπεφταν» στην αγορά, τότε θα μπορούσαμε να κάναμε λόγο για πιθανή επανεκκίνηση της οικονομίας. Βεβαίως το πρόβλημα είναι ότι οι Ευρωπαίοι δύσκολα θα κατέληγαν σε μια τέτοια επιλογή.

Διότι είναι θέμα αξιοπιστίας: σε ποιον να δώσουν τα λεφτά, ποιος θα τα διαχειριστεί κ.λπ. Ενώ με την επαναγορά, δίνουν ομόλογα EFSF στις τράπεζες και τα επενδυτικά κεφάλαια, και ξεμπερδεύουν.

Πηγή:kathimerini.gr