Της Ζέζας Ζήκου

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι κυβερνήσεις έπρεπε να λάβουν έκτακτα μέτρα για να αντιμετωπίσουν τη χρηματοπιστωτική κρίση. Χωρίς αυτήν την άνευ προηγουμένου ενέργεια, πολλές οικονομίες θα ήταν καταδικασμένες σε βαθιά ύφεση και πιθανώς στον αποπληθωρισμό. Με τα χρέη του δημόσιου και του ιδιωτικού τομέα σε τόσο υψηλό επίπεδο, ο αποπληθωρισμός θα ήταν καταστροφικός. Φθάσαμε, όμως, σε ένα σημείο που τα κρατικά προγράμματα οικονομικής ενίσχυσης και άλλα μέτρα της νομισματικής πολιτικής έχουν καταστεί σχεδόν αντιπαραγωγικά.


Δημιουργήθηκαν νέες «φούσκες» και η θέση πολλών κυβερνήσεων από δημοσιονομικής πλευράς έγινε ανησυχητικά δεινή. Οι δαπάνες που οδήγησαν σε διόγκωση του ελλείμματος, και μάλιστα σε αυτήν την κλίμακα, πίεσαν άσχημα τις ήδη ευάλωτες οικονομίες.

Ουδείς πρέπει να τρέφει αυταπάτες ως προς την εύθραυστη προοπτική της παγκόσμιας οικονομίας και τη δεινή θέση της χώρας μας, βραχυπρόθεσμα και μεσοπρόθεσμα. Τις τραπεζικές κρίσεις ακολουθούν, γενικώς, βαθιές μεταπτώσεις και βραδείες οικονομικές ανακάμψεις. Δεν υπάρχει εξαίρεση σε αυτόν τον κανόνα. Οι επενδύσεις κινδυνεύουν λόγω εξασθένησης των τραπεζών. Ο δανεισμός των νοικοκυριών είναι ήδη υψηλός σε πολλές χώρες της Ε.Ε., ενώ οι περικοπές των δημόσιων δαπανών έχουν ήδη αποβεί εφιαλτικό εμπόδιο για την οικονομική ανάπτυξη, σε ολόκληρη την Ευρώπη. Προφανώς, η προσωρινή κρατικοποίηση (δηλαδή η κεφαλαιακή ενίσχυση) των ελληνικών τραπεζών θεωρείται μία από τις απαραίτητες ενέργειες. Πρέπει να τις κρατικοποιήσουμε και να τις πουλήσουμε ξανά το ταχύτερο, μου είπε εξέχων πολιτικός, και ίσως δεν πρέπει να το λέμε «κρατικοποίηση» αλλά «προ-ιδιωτικοποίηση». Και μου θύμισε το σλόγκαν της κρίσης του 2008: «Ιδιωτικοποιούμε τα κέρδη και κρατικοποιούμε τις ζημίες των τραπεζών...». Που κυριαρχεί πλέον και στη χώρα μας.

Υπό κανονικές συνθήκες, το ερώτημα πώς οι τράπεζες διαχειρίζονται το ρίσκο των εγγυήσεων που λαμβάνουν από τους άλλους χρηματοοικονομικούς ομίλους που συνεργάζονται δεν ενδιαφέρει τους κοινούς θνητούς. Ομως δεν ζούμε σε κανονικές συνθήκες. Κατά τη διάρκεια της τελευταίας 3ετίας, οι υπεύθυνοι διαχείρισης του ρίσκου στις τράπεζες βρέθηκαν αντιμέτωποι με σοκαριστικές δυσκολίες, γεγονότα που κανείς δεν περίμενε ότι θα συμβούν.

Ενα από τα κρίσιμα προβλήματά τους είναι τα κρατικά χρέη και ο κίνδυνος χρεοκοπιών κρατών. Μέχρι πρόσφατα ακόμη και αφού είχε ξεσπάσει η δημοσιονομική χρεοκοπία της Ελλάδας, οι τράπεζες στον δυτικό κόσμο δεν ανησυχούσαν και τόσο γι’ αυτά τα θέματα, καθώς εθεωρείτο απόλυτα βέβαιο ότι η πιστοληπτική ικανότητα των χωρών της Ευρώπης και των ΗΠΑ ήταν απόλυτα ασφαλής.

Ομως, τα πράγματα άλλαξαν ραγδαία. Αλλωστε, οι συμφωνίες των τραπεζών που αφορούν κρατικό χρέος αντιπροσωπεύουν ένα σημαντικό μερίδιο των αγορών παραγώγων. Επιπροσθέτως, αυτές οι συμφωνίες είναι διάρκειας 10, 20 ή και 30 ετών, και ως εκ τούτου τα κέρδη ή οι ζημίες μπορούν να διαφέρουν.

Η περίπτωση της Ελλάδας αποτέλεσε παγκόσμιο εγερτήριο. Αλλά όλες οι τράπεζες χρησιμοποιούν πλέον συμβόλαια πιστωτικών παραγώγων, δηλαδή φροντίζουν να «καλυφθούν» έναντι του ενδεχομένου χρεοκοπίας κάποιας χώρας. Αυτή τη στιγμή, οι τράπεζες δεν αποκαλύπτουν τις προθέσεις τους. Αλλωστε, σπάνια αναφέρονται σε θέματα που αφορούν τις εγγυήσεις ή τις απόψεις που έχουν για την πιστοληπτική ικανότητα των πελατών τους.

Πάντως, ένα πράγμα αποσαφηνίστηκε στην κρίση του χρέους: οι κυβερνήσεις παντού περικόπτουν βάναυσα τις δαπάνες. Μπορεί να το κάνουν κάτω από την εποπτεία των Μνημονίων, όπως στην Ελλάδα. Ή εθελοντικά, όπως η Βρετανία και η Γερμανία. Ή αργά και απρόθυμα, όπως οι ΗΠΑ. Είτε έτσι όμως είτε αλλιώς, θα γίνει. Και τώρα είμαστε απλώς στην αρχή του τέλους. Οι κρατικές δαπάνες αποτελούν το 30%-50% της οικονομίας, ανάλογα με τη χώρα. Αλλά, τα δημόσια ελλείμματα είναι τόσο μεγάλα που δεν μπορούν απλώς να περικοπούν. Σε κάθε χώρα είναι διαφορετικό το εναρκτήριο λάκτισμα που προκαλεί κατάρρευση. Η βαθύτερη αιτία, όμως, είναι η ίδια. Οι οικονομίες είναι πολύ διαφορετικές για να μπορεί να τις χειρίζεται όλες μία κεντρική τράπεζα. Τα επιτόκια είναι διαρκώς λάθος για όλους. Διαφέρει μόνον ο τρόπος που εκφράζεται αυτό το λάθος. Στην Ελλάδα, ήταν ο δημοσιονομικός εκτροχιασμός. Στην Ιρλανδία, η κατάρρευση των τραπεζών. Στην Ισπανία, η «φούσκα» των κατασκευαστικών. Στην Ιταλία, το υψηλό χρέος. Στη Γαλλία, ένα παρωχημένο και δαπανηρό σύστημα κοινωνικών ασφαλίσεων. Και, ναι, στη Γερμανία το ιλιγγιώδες εμπορικό πλεόνασμα. Λένε.

Βεβαίως, η Ελλάδα δεν είναι η μόνη χώρα στον κόσμο που δοκιμάζεται από οικονομική κρίση ή που αντιμετωπίζει κρίση χρέους. Δεν είναι ούτε η μοναδική χώρα στην Ευρώπη που βρίσκεται υποχρεωμένη να πίνει αυτό το δηλητηριώδες κοκτέιλ σκληρής λιτότητας και ολέθριας εσωτερικής υποτίμησης. Αλλά είναι η μόνη χώρα στην οποία η κρίση χρέους έχει μετατραπεί και σε κρίση δημοκρατίας. Ψέματα, ψέματα, ψέματα.