Του Παντελή Μπουκάλα

Κάποτε θα πρέπει να είχαν νόημα οι στερεότυπες φράσεις που σφηνώνονται στον λόγο μας, γραπτό και προφορικό, δημόσιο ή ιδιωτικό· το έχασαν όμως στη διαδρομή. Την αξία τους τη μηδένισε η κατά κόρον χρήση, οφειλόμενη σε δύο επιθυμίες φαινομενικά αντιφατικές, αλλά στην πραγματικότητα αλληλοσυμπληρούμενες: από τη μια η επιθυμία να πούμε πολλά (ή να φανεί ότι λέμε πολλά), ενώ δεν έχουμε ή δεν θέλουμε να πούμε τίποτα το καίριο.
Και από την άλλη, η επιθυμία να παρακάμψουμε το πρόβλημα για το οποίο οφείλουμε να μιλήσουμε (δηλαδή να σκεφτούμε), να αποφύγουμε δηλαδή την ευθύνη της κυριολεξίας. Το προσφιλές στερεότυπο «Καταδικάζουμε τη βία απ’ όπου κι αν προέρχεται» (και καθαρευουσιανιστί «οποθενδήποτε προερχομένη») λέει σχεδόν τα πάντα για να μην πει τίποτα.

Ή μάλλον για να μην πει την αλήθεια, την ιδιαίτερη αλήθεια που κάθε κόμμα ή πρόσωπο ασπάζεται. Και ακριβώς γι’ αυτό είναι τόσο αναποτελεσματικό όσο κι αν λέγαμε όλοι μαζί ότι «καταδικάζουμε τους ανέμους απ’ όπου κι αν προέρχονται», από Βορρά ή Νότο, Δύση ή Ανατολή. Οι άνεμοι συνεχίζουν να πνέουν, αδιάφοροι για την καταδίκη μας.

Και το ίδιο συμβαίνει με τη βία, της τρομοκρατικής και της ρατσιστικής συμπεριλαμβανομένης. Εδώ αρκεί να φανταστούμε τι λένε μεταξύ τους οι εκάστοτε βιαιολάγνοι όποτε ακούν τους εκπροσώπους του πολιτικού συστήματος να επαναλαμβάνουν από αμηχανία, συνήθεια ή οπισθοβουλία το τροπάριο της καταδίκης.

Αν είναι λύκοι που χαίρονται στην αναμπουμπούλα (λ.χ. ακροδεξιοί που αντιγράφουν το λεξιλόγιο και τις πρακτικές των ακροαριστερών) θα χαχανίζουν. Κι αν είναι αυτόκλητοι Ρομπέν των δασών όταν κανένα κοινωνικό δάσος δεν τους έχει ανάγκη, ίσα ίσα, θα καγχάζουν διαπιστώνοντας ότι για μια φορά ακόμα επιχειρούμε να ερμηνεύσουμε τις πράξεις τους με βάση τους κοινούς κώδικες νόησης και ηθικής.

Ενώ αυτοί, ναρκισσιστικά εγκάθειρκτοι του αυτάρκους μικρόκοσμού τους και σίγουροι πως η Μεγάλη Ιστορία κρέμεται από τα «πρωτοπόρα» χέρια τους, σκέφτονται, αισθάνονται και δρουν με τους δικούς τους, αυτοδικαιωτικούς όρους, η δε «ηθική» τους δεν έχει τίποτα κοινό με τη «μικροαστική» δική μας· για παράδειγμα, δεν συμμερίζεται την αντίληψη πως η ζωή (όλων) έχει απόλυτη αξία και δεν είναι νοητό και ηθικό να τη σχετικοποιεί ο Στόχος ή ο Σκοπός, τάχα επαναστατικός.

Ωστόσο, ιδιοτελείς «σχετικοποιητές» της αξίας της ζωής και μεροληπτικοί χρήστες βίας είναι και αρκετοί απ’ όσους επιμένουν να διατείνονται ότι «καταδικάζουν τη βία οποθενδήποτε προερχομένη». Οπως καμία θρησκεία δεν απεμπολεί το «ιερό δικαίωμά» της στην άσκηση μεταφυσικής βίας, έτσι και ουδείς κρατικός βραχίονας αρνήθηκε ποτέ το μονοπώλιό του στην άσκηση «νόμιμης βίας», την οποία μάλιστα θεωρεί όχι απλώς εύλογη ή δίκαιη αλλά φυσική, ακόμα κι όταν απιστεί στους κείμενους νόμους.

Το «οποθενδήποτε», λοιπόν, έχει περίπου την ίδια αξία με το «για πάντα» που γενναιόδωρα ανταλλάσσουν οι έφηβοι στα πρώτα τους σκιρτήματα.

Πηγή: Η Καθημερινή