Του Νίκου Ξυδάκη

Αναψαν ξύλα σ’ ένα αυτοσχέδιο μαγκάλι για να ζεσταθούν, ίσως και σαν αθώο, ανέξοδο παιχνίδι. Πέντε φίλοι, φοιτητές εικοσάχρονοι, έφαγαν, ήπιαν, θα αστειεύθηκαν, θα είδαν καμιά ταινία στον υπολογιστή, έπεσαν να κοιμηθούν με αναμμένο το μαγκάλι. Στη Λάρισα, σε μια φοιτητική γκαρσονιέρα.


Αμφιβάλλω αν τα παιδιά αυτά είχαν ακούσει ποτέ για την τοξική δράση του μονοξειδίου του άνθρακος, συν όλα τ’ άλλα της καύσης του μαγκαλιού μέσα σε κλειστό χώρο. Αμφιβάλλω αν γνώριζαν καν ότι η αυτοσχέδια θερμάστρα που έστησαν με τον κομμένο θερμοσίφωνα ονομάζεται μαγκάλι, ψησταριά θα το ονόμαζαν· ούτε οι γονείς τους ούτε, ίσως, οι παππούδες τους θα τους είχαν πει για μαγκάλια, πυρήνα, αναθυμιάσεις. Αμφιβάλλω αν είχαν ακούσει ποτέ ιστορίες πείνας και Κατοχής. Αμφιβάλλω αν είχαν προλάβει να καταλάβουν τι είναι ένδεια και ανάγκη.

Είναι παιδιά γεννημένα μετά το 1990, σαν τα δικά μου, που ρωτούσαν χθες «τι είναι μαγκάλι», παιδιά του καλοριφέρ και του κλιματιστικού, που αδυνατούν να συλλάβουν τον κόσμο χωρίς κινητή τηλεφωνία και διαδίκτυο, που δίνουν ραντεβού μέσω φέισμπουκ. Παιδιά χαϊδεμένα, τρυφερά, σαν άνθη θερμοκηπίου, με όνειρα να σπουδάσουν και να προκόψουν, όπως και οι προηγούμενες γενιές. Με μια κρίσιμη διαφορά: είναι παιδιά που αγνοούν τη σφαίρα της εκτάκτου ανάγκης, ως εκ τούτου απροετοίμαστα να την αντιμετωπίσουν, δεν ξέρουν πώς να επιζήσουν σε δυσχερείς ή ακραίες συνθήκες. Παιδιά ανυπεράσπιστα. Θα μάθουν.

Οι δύο φοιτητές στη Λάρισα δεν πρόλαβαν. Δεν πρόλαβαν να μάθουν να διακρίνουν το παιχνίδι από την ανάγκη, δεν πρόλαβαν να μάθουν να αναγνωρίζουν τους κινδύνους του βίου και να προσαρμόζονται. Η ζωή ήταν ακόμη παιχνίδι, χαρά, διαρκής ανακάλυψη, δεν περιείχε ήττες και ματαιώσεις. Αναψαν το μαγκάλι, μαγείρεψαν, αστειεύθηκαν, άνοιξαν μπίρες, ήταν ευτυχείς με τα ελάχιστα. Κι ύστερα κοιμήθηκαν, τα πουλάκια μου.

Πηγή: Η Καθημερινή