Της Ζέζας Ζήκου

Αν συνειδητοποιηθεί ότι δεν ζούμε σ' έναν μονοσήμαντο κόσμο -όπως πιστεύω εγώ- που ορίζει η σοφία των αγορών, του ΔΝΤ, της Μέρκελ και των Βρυξελλών, μα σε έναν κόσμο που μπορεί να μας επιφυλάσσει εκπλήξεις και ανατροπές, είναι φανερό ότι θα πρέπει όλα να τα ξανασκεφτούμε εξαρχής. Αλλά το ζήτημα δεν είναι «τι» και «πόσο»: είναι η πρώτη φορά που καλούμαστε, εντελλόμαστε για την ακρίβεια, από τα Μνημόνια να κλείσουμε το κράτος για να σωθούμε.

Στην ομολογουμένως έξυπνη ομιλία του προχθές, ο Αλέξης Τσίπρας, στην εκδήλωση που πραγματοποιήθηκε στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών από το Ιδρυμα Κωνσταντίνου Καραμανλή με αφορμή τη συμπλήρωση 15 ετών από τον θάνατό του, διατύπωσε την άποψη πως «το κράτος και η μεταρρύθμιση που δεν μπορεί παρά να περνά μέσα από αυτό και τις αλλαγές στη δημόσια διοίκηση».

Στην εκτενή ανάλυσή του στο μείζον ζήτημα: «Καραμανλής και κράτος», ο επικεφαλής του ΣΥΡΙΖΑ επισήμανε πως ο ιδρυτής της Ν.Δ. «είχε συλλάβει ότι κάθε μεγάλη προσπάθεια αλλαγής και μεταρρύθμισης μπορεί να ξεκινήσει μόνον από το Δημόσιο και ειδικά από τη δημόσια διοίκηση». Ειδικότερα, λέγοντας: «Στην Ελλάδα, τα μεγάλα μεταρρυθμιστικά εγχειρήματα του Καποδίστρια, του Τρικούπη, του Βενιζέλου, έφερναν τομές πριν απ' όλα στους θεσμούς και στη διοίκηση» και, επιπλέον, ότι «η βάση κάθε μεγάλης μεταρρύθμισης παρέμενε το κράτος και η δημόσια διοίκηση. Μεταρρυθμίσεις μέσω της ιδιωτικής οικονομίας δεν προέκυψαν ποτέ». «Το κράτος και οι πολιτικές-θεσμικές του λειτουργίες, μαζί με τον κοινοβουλευτισμό, αποτελούσαν σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό από ό,τι στις μέρες μας το κέντρο παραγωγής των πολιτικών αποφάσεων», είπε ο Τσίπρας, εκθειάζοντας τον «ριζοσπαστικό συντηρητισμό» του Κωνσταντίνου Καραμανλή.

Η διακριτικά πολύτιμη παρουσία του πρώην πρωθυπουργού Κώστα Καραμανλή και η ενδιαφέρουσα παραπάνω επιλογή εκ μέρους του Αλέξη Τσίπρα είναι αυτά τα οποία προσωπικά ξεχώρισα. Επειδή η οικονομική - τεχνοκρατική σκέψη που μας έχει κατακλύσει χάρη στα Μνημόνια, έχει αντίλογο. Κι επειδή όσοι εκπροσωπούν τη σκέψη αυτή, δεν είναι καν πρόθυμοι να συμμεριστούν μια πολιτική ιδέα. Επιχειρηματολογούν από τις στήλες «πρόθυμων» εφημερίδων και τηλεοπτικών παραθύρων πώς ένα σύγχρονο (!) κράτος πρέπει να γίνει πράγματι ό,τι βλέπει σε αυτό ο Μαξ Βέμπερ: μια μεγάλη επιχείρηση. Μια μεγάλη επιχείρηση, όμως, δεν μπορεί να ελπίζει στη νομιμοποίησή της από τον λαό, αλλά μόνο από τη γενική συνέλευση των μετόχων της.

Για εκείνους που ακόμη τρέφουν αυταπάτες, η υποταγή του κράτους και της πολιτικής του στους δανειστές, με το πρόσχημα της διάσωσης της χώρας, εξυπηρετεί αυτό το είδος της οικονομικής - τεχνοκρατικής σκέψης. Και για όσους αρχίζουν ήδη να συνειδητοποιούν τη ζοφερή αλήθεια: Πως έχουν ακόμη μπροστά τους πολλά χρόνια λιτότητας, καθώς οι περικοπές των μισθών και η συρρίκνωση των δημόσιων υπηρεσιών δεν φαίνεται να τους βγάζουν από την κρίση, αυτό που ο οικονομολόγος Πολ Κρούγκμαν χαρακτηρίζει «αυταπάτη της λιτότητας». Η χώρα μπορεί να σωθεί μας λένε... αυτοί που εκπροσωπούν την οικονομική - τεχνοκρατική σκέψη. Αρκεί να κλείσει... το κράτος.

Οταν ο Ανταμ Σμιθ έλεγε πως πρέπει να περιοριστεί ο ρόλος του κράτους, εννοούσε αποκλειστικά τον μερκαντιλισμό και τους περιορισμούς που έθεταν τα ισχυρά κράτη στο εμπόριο. Ο Σμιθ αποστρεφόταν τους περιορισμούς στο εμπόριο, είτε αυτοί προέρχονταν από τα μονοπώλια είτε από τα κράτη. Ηθελε το κράτος να προωθεί την εγχώρια παραγωγή και το ελεύθερο εμπόριο - πολιτική που έμεινε γνωστή ως «Laissez faire».

Τόσο πολύ μίσησαν οι Αγγλοι αυτή την αιρετική ιδέα, που αρνήθηκαν να της δώσουν αγγλικό όνομα. Το «Laissez faire», που πάνω-κάτω θα μπορούσαμε να το μεταφράσουμε «αφήστε τα ελεύθερα», κάθε άλλο παρά αυτό εννοούσε. Εννοούσε μια ενεργό κρατική πολιτική, που θα αντιδρούσε στον μερκαντιλισμό. Ανάμεσα στα άλλα ελαττώματά τους, λοιπόν, οι νεοφιλελεύθεροι προπαγανδιστές είναι και κακοί ιστορικοί, όταν ερμηνεύουν το «Laissez faire» ως κατάργηση κάθε κρατικής παρέμβασης.

Ο Σμιθ αποστρεφόταν περισσότερο από καθετί μια πολιτική η οποία ήταν γνωστή ως μερκαντιλισμός και την εφάρμοζαν όλες οι μεγάλες δυνάμεις στην εποχή του. Ενας από τους βασικούς σκοπούς του μερκαντιλισμού ήταν να εξασφαλίζει ότι η αξία των εξαγωγών ενός κράτους ήταν μεγαλύτερη από την αξία των εισαγωγών του.

Πηγή: Η Καθημερινή