Της Ζέζας Ζήκου
Οι τρεις τελευταίες κυβερνήσεις δεν είχαν να επιλέξουν ανάμεσα σε λύσεις που είχαν υπέρ και κατά για την κοινωνία, είχαν να επιλέξουν ανάμεσα στη σωτηρία και την καταστροφή της πατρίδας. Ετσι μας έλεγαν, τουλάχιστον. Σε όλους τους τόνους και με τη μέγιστη δυνατή δραματικότητα. Τρία χρόνια τώρα, όποια απόφαση παίρνουν, την παίρνουν για να αποφύγει η χώρα τον Αρμαγεδδώνα της ολοκληρωτικής καταστροφής και την έξοδο από το ευρώ.

Ωστόσο, σε κάθε επανάληψη της φράσης περί πατρίδας που σώθηκε, αντιστοιχούσαν μερικές δεκάδες μαγαζιά που έκλειναν, μερικές εκατοντάδες θέσεις εργασίας που χάνονταν, μερικές χιλιάδες συμπολίτες μας που έβλεπαν ότι αυτό που τους συνέβαινε μόνο σωτηρία δεν συνιστούσε. Προς Θεού, δεν εξετάζω αν οι εναλλακτικές θα είχαν χειρότερες ή καλύτερες συνέπειες. Συγκρίνω αυτό που συνέβη με τον τρόπο που προπαγανδίστηκε: Σωτηρία εναντίον Αρμαγεδδώνα. Ετσι, στη μία πλευρά του διλήμματος, η λέξη «σωτηρία», έχοντας ζωή όσο η εκταμίευση της κάθε δόσης (οπότε και η διασωσμένη χώρα έπρεπε να ξανασωθεί), ανταλλασσόταν κάθε φορά με νεότερη σωτηρία. Επίσης, ακόμη και αν υποτεθεί πως όντως χάρη σε αυτήν αποφεύγαμε μια πιο βίαιη κατάρρευση, «κουρεύονταν» από την έννοια της σωτηρίας όσοι πολίτες με τις εφαρμοζόμενες πολιτικές, αντί να σωθούν, καταστρέφονταν.

Με άλλα λόγια, είναι η μνημονιακή συνταγή που επιβάλλει τη σωτηρία διά της «δημιουργικής» καταστροφής; Πάντως, το μόνο βέβαιο είναι ότι το κόστος της σωτηρίας έγινε κοινωνικά ανυπόφορο. Είναι διαπιστωμένη αλήθεια ότι το Μνημόνιο –δομημένο πάνω στην τρελή ιδέα πως, αν δανείζεις έναν ήδη υπερδανεισμένο, υποχρεώνοντάς τον παράλληλα να μειώνει το εισόδημά του διά της λιτότητας, τον οδηγείς στη σωτηρία του– δεν σχεδιάστηκε εξαρχής ως πρόγραμμα σωτηρίας, αλλά ως γέφυρα συμμόρφωσης και υπακοής στο μέλλον. Και επειδή συνάγω ότι απηυδισμένη η τρόικα από την ανικανότητά μας να συλλάβουμε το τεράστιο φοροδιαφεύγον κομμάτι του ΑΕΠ και να απολύσουμε τους επιόρκους, μας τιμωρεί. Αλλά το ΑΕΠ απομειώνεται όχι μόνο επειδή τραυματίστηκε μια σειρά παραγωγικών τομέων, αλλά κυρίως επειδή συρρικνώνεται το καταγεγραμμένο και νόμιμο κομμάτι της οικονομίας.

Αλλά ακόμα και αν η κοινωνία υποφέρει, δυσφορεί, αντιδρά και αντιστέκεται, η συνταγή των Μνημονίων –τραγικά εσφαλμένη για μένα– δεν αλλάζει. Θα υπογραμμίσω απλώς και πάλι ότι αυτό ακριβώς επαγγέλλεται η θεωρία και πρακτική των μονοδρόμων. Και οι τρεις κυβερνήσεις έχουν αποδεχθεί ότι η χώρα δεν είχε άλλη λύση από το να ξαπλώσει «οικειοθελώς» στην ανατομική κλίνη, πάνω στην οποία θα δοκιμαστούν «πειραματικά» όλες «αναγκαίες» μεταλλάξεις.

Τα κριτήρια της μεταμόρφωσης παραμένουν, όμως, ανομολόγητα. Ουδείς φαίνεται να αντιλαμβάνεται ότι η επιθυμητή αλλαγή συνεπάγεται πως, την ίδια στιγμή που πρέπει να καταξιώνονται απερίφραστα οι «ορθολογικές» μεταλλάξεις, πρέπει να απαξιώνονται με ακόμη μεγαλύτερη έμφαση τα εργασιακά δικαιώματα μιας κοινωνίας που δεν επιδιώκει παρά μόνο την επιβίωσή της.

Γι’ αυτό και οι κυβερνήσεις αναζητούν αποδιοπομπαίους τράγους για την παταγώδη αποτυχία τους. Στην οικονομική κρίση, οι ευθύνες για όλα, από την ύφεση μέχρι την τρομοκρατία, καταλογίζονται σε «εσωτερικούς εχθρούς». Ετσι, αν τα πράγματα πάνε χειρότερα, θα φταίνε οι άλλοι. Και αν πάνε καλύτερα, θα είναι χάρη στις κυβερνητικές πολιτικές. Στο «1984» ο Οργουελ περιέγραφε μια ατέλειωτη εναλλαγή εξωτερικών εχθρών, που χρησιμοποιούσε η κυβέρνηση για να εκτρέπει τη λαϊκή οργή. Σήμερα, οι κυβερνήσεις αποδύονται σε ένα ανελέητο κυνηγητό εσωτερικών εχθρών, προκειμένου να αποφύγουν τις συνέπειες της πολιτικής τους.

Πηγή: Καθημερινή