Του Παντελή Μπουκάλα  
Μια στο τόσο, το μυαλό και η εσωτερική μας γλώσσα κολλάνε από απογοήτευση ή εξουθένωση σ’ ένα θραύσμα τραγουδιού ή σε κάποιο από τα κλισέ που τελικά ίσως δεν είναι τόσο άχρηστα όσο φανταζόμαστε. Με ψυχοπνευματικό σημειωτόν μοιάζει, αλλά δεν του λείπουν και τα στοιχεία της αμπάριζας. Στις περιπτώσεις αυτές άλλωστε πρέπει να πάρουμε αμπάριζα για να ξεπαγώσουν τα εγκεφαλικά μας κύτταρα και να αναζητήσουν άλλες λέξεις και σκέψεις.
Αν λοιπόν είχαμε τον τρόπο να διαβάζουμε τη σκέψη των άλλων, ίσως ανακαλύπταμε ότι ο νους των δύο ηττημένων αποχωρούντων από του Μαξίμου είχε καθηλωθεί, λόγω απογοήτευσης, στο ίδιο στερεότυπο: «Ουδέν λάθος αναγνωρίζεται μετά την απομάκρυνση εκ του ταμείου». Μία-δύο-δέκα φορές, αυτοτιμωρητικά, αυτοσαρκαστικά, μήπως το πάθημα γίνει μάθημα. Βεβαίως, έμπειροι πολιτικοί όπως είναι, βρήκαν διέξοδο και έκαναν τις καθιερωμένες δηλώσεις. Ωστόσο, παρά το πλούσιο λεξιλόγιο και την εύστροφη ρητορική τους, το ύφος τους έλεγε πολύ περισσότερα από όσα οι περιποιημένες λέξεις τους. Το ύφος της προσβολής που μόλις είχαν υποστεί. Της προσβολής και με τις δύο σημασίες της: της επίθεσης αφενός, της απρεπούς και αλαζονικής συμπεριφοράς αφετέρου. Ηθελαν να πιστεύουν ότι μετέχουν ισότιμα σε μια ανοιχτόμυαλη και απαγίδευτη κοινοπραξία και διαπίστωσαν αυτό που κατά βάθος γνωρίζουν: ότι για την ηγεμονεύουσα Ν.Δ. είναι επικουρικοί, δευτερότριτοι, ένα αναγκαίο κακό.

Δεν θα είχαν αιφνιδιαστεί οι δύο αρχηγοί και δεν θα είχαν παγιδευτεί σε ψευδαισθήσεις αν όλες τούτες τις μέρες είχαν προσέξει όχι τόσο τι έλεγαν στα κανάλια και τα ραδιόφωνα για το αντιρατσιστικό οι Νεοδημοκράτες (ας μη μιλήσουμε για τους ανωνύμως ιντερνετολογούντες), όσο -και πάλι- το ύφος τους. Ενα ύφος ενοχλημένο, αυστηρό, επιτιμητικό, που με το ζόρι κρατιόταν να μη δείξει ξεκάθαρα την περιφρόνησή του για τους δύο «μικρούς» και τις «ευαισθησιούλες» τους. Ενα ύφος που την επομένη της σύσκεψης των τριών ξέσπασε και πανηγύρισε πρωτοσέλιδα σε φιλογαλάζια εφημερίδα: «Ο Σαμαράς έβαλε τέλος στην οπερέτα ΠΑΣΟΚ - ΔΗΜΑΡ. Δεν πέρασε ο εκβιασμός των δημοσκοπικά απελπισμένων». Ετσι απλά.

Οπερέτα λοιπόν ένα ζήτημα ιδεολογικό, αξιακό, πολιτικό, ηθικό, όπως ορθά το χαρακτήρισαν οι δύο ηττημένοι της σύσκεψης. Οπερέτα η υποχρέωση της χώρας να εναρμονιστεί με τα ευρωπαϊκά δεδομένα. Οπερέτα η αρχική συμφωνία Σαμαρά («βεβαίως, να το προχωρήσουμε»), την οποία εις μάτην επικαλέστηκαν Βενιζέλος και Κουβέλης, όπως μάταια είπαν και ξαναείπαν ότι στη σύνταξη του νομοσχεδίου συμμετείχε εξαρχής και μέχρι τέλους, και όχι αυτοσχεδιάζων, ο Νεοδημοκράτης υφυπουργός Δικαιοσύνης. Οπερέτα η οφειλή της πολιτείας να δείξει τάχιστα, έστω συμβολικά, ότι δεν της είναι αδιάφορη η εξαπλούμενη ρατσιστική βία, ότι δεν θα επιτρέψει στα τάγματα εφόδου να δρουν ανεξέλεγκτα. Αλλά και τα κάθε λογής τάγματα και οι λάτρεις τους ψηφίζουν. Ανέκαθεν.  

Πηγή: Καθημερινή