Της Ζέζας Ζήκου

Πολύς λόγος γίνεται και χτίζονται προσδοκίες (!) έστω με τα ψίχουλα των Γερμανών. Το σχέδιο της Μέρκελ και του Σόιμπλε για χορήγηση εγγυημένων δανείων με χαμηλό επιτόκιο από την κρατική αναπτυξιακή τράπεζα KfW (Kreditanstalt fur Wiederaufbau) στην κρατική αναπτυξιακή τράπεζα ICO της Ισπανίας, ώστε να χρηματοδοτηθούν μικρομεσαίες επιχειρήσεις, αναπαράγεται αφειδώς.
Το σχέδιο προβλέπει ότι η KfW, η οποία επί δεκαετίες χρηματοδοτεί μικρομεσαίες επιχειρήσεις στη Γερμανία, θα χορηγήσει δάνειο έως 1 δισ. ευρώ στο αντίστοιχο ισπανικό ίδρυμα ICO (Instituto de Credito Oficial). Το δάνειο θα δοθεί με την εγγύηση της γερμανικής κυβέρνησης, καθώς υπάρχει ήδη στον προϋπολογισμό εγκεκριμένο κονδύλι 12,5 δισ. ευρώ για τέτοιες δράσεις. Και ξαφνικά με την αίσθηση δήθεν του κατεπείγοντος η Γερμανία αφυπνίζεται για να διασώσει τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις και να αντιμετωπίσει τη μάστιγα της ανεργίας, δεδομένου ότι η Ευρωπαϊκή Ενωση απαριθμεί 25 εκατομμύρια ανέργους.

Ωστόσο, η οριζόντια διάσπαση της Ευρωζώνης σε Βορρά και Νότο έχει ήδη συντελεστεί. Ηδη, η Πορτογαλία παραπαίει, όπως αποκάλυψαν σε ολοσέλιδη ανάλυση οι Financial Times. Ομως, ο κρισιμότερος αδύνατος κρίκος παραμένει η Ισπανία. Λόγω των σοβαρών οικονομικών διενέξεων και ερίδων μεταξύ Μαδρίτης και αυτόνομων περιφερειών, που παίρνουν συνεχώς όλο κρισιμότερες διαστάσεις, η Ισπανία κοντεύει να λυγίσει. Ας σημειωθεί ότι οι περιφέρειες ελέγχουν το 40% των δημοσίων δαπανών και οι πολιτικοί τους, ακόμη και αν συμπλέουν με το κόμμα του κ. Ραχόι, περιφρουρούν ως Κέρβεροι την αυτονομία τους.

Οι Καταλανοί και οι Βάσκοι ζητούν όλο και περισσότερα από την κυβέρνηση, όπως ακριβώς έγινε με τον τραπεζικό τομέα. Τα μέτρα λιτότητας του πρωθυπουργού Μαριάνο Ραχόι βύθισαν τη χώρα σε φάση σκληρής ύφεσης και ανεργίας. Ωστόσο, τίποτε από τα παραπάνω δεν μας αφορά, αφού οι κυβερνήσεις των Μνημονίων φρόντισαν να πάρει η χώρα αυτό που δεν διαπραγματεύθηκαν... Ασφαλώς, δεν μας αξίζει η εικόνα του κράτους-παρία, που αποδέχεται τη διαρκή επιτροπεία και τον εμπαιγμό των ξένων.

Το «κούρεμα» του ελληνικού χρέους μέσω του ιδιωτικού τομέα, που μας επιβλήθηκε, επιβεβαίωσε όχι απλώς την κραυγαλέα αδυναμία των ελληνικών κυβερνήσεων στις διαπραγματεύσεις, αλλά τον ξεπεσμό μιας αναξιόπιστης, πολιτικά, χώρας. Οπως, η απαίτηση των δανειστών μας να μη ρισκάρουν οποιαδήποτε μέλλουσα αναδιάρθρωση παρά εντός του βρετανικού δικαίου. Ετσι, δυστυχώς, απέτυχε τότε η κυβέρνηση Παπαδήμου να επιτελέσει τη σπουδαία αποστολή της υπεράσπισης του εθνικού συμφέροντος στη ζωτικής σημασίας περίπτωση της πρώτης αναδιάρθρωσης του χρέους (PSI) και να μην υποθηκεύσει το μέλλον.

Η ελληνική πλευρά και αυτή τη φορά έπεσε στην παγίδα της απειλής της μη βιωσιμότητας του χρέους (που είναι υπαρκτή) και του υπαρκτού κινδύνου να χρεοκοπήσει ατάκτως η Ελλάδα και να αποδεχθεί τη συμφωνία Μέρκελ - Λαγκάρντ. Τίποτε λιγότερο παρά μόνο «κούρεμα» του επίσημου τομέα του ελληνικού χρέους, θα έπρεπε να απαιτηθεί μέχρις εσχάτων από την κυβέρνηση της χώρας. Επειδή τόσο από το πρώτο «κούρεμα» (PSI) που συμφωνήθηκε για τα ομόλογα που κατείχε ο ιδιωτικός τομέας όσο και από το δεύτερο «κούρεμα» με την επαναγορά ομολόγων που έγινε τον Δεκέμβριο του 2012, σε τιμές μικρότερες της ονομαστικής τους αξίας, προέκυψε κόστος μεγαλύτερο από το όφελος.

Από την πραγματικότητα των αριθμών προκύπτει πως παρά τα δύο «κουρέματα» και τα τρία χρόνια σκληρής λιτότητας με αιματηρές περικοπές μισθών και συντάξεων, το δημόσιο χρέος δεν έχει μειωθεί παρά μόνον κατά 1 δισ. (0,3%) και παραμένει ουσιαστικά μη βιώσιμο, όπως ήταν πριν από τα Μνημόνια. Το επιβεβαιώνουν με τον πλέον αδιαμφισβήτητο τρόπο τα επίσημα στοιχεία του υπουργείου Οικονομικών, σύμφωνα με τα οποία στις 31 Μαρτίου 2013 το χρέος ανήλθε στα 309,3 δισ. ευρώ.

Πηγή: Καθημερινή