Tου Παντελη Μπουκαλα

Δεν ξέρω πόσο κοντά στην αλήθεια βρίσκονται κάποιες υποθέσεις πως ο άνθρωπος έμαθε να μιλάει τραγουδώντας ή τέλος πάντων όταν πήρε την απόστασή του από τις χειρονομίες και τις μονοσύλλαβες κραυγές καλλιέργησε τη γλώσσα του προπάντων με το τραγούδι.

Ο, τι κι αν ισχύει, όπως δεν μπορούμε να φανταστούμε το γένος των ανθρώπων δίχως τη φωτιά, έτσι δεν μπορούμε να το φανταστούμε και δίχως το τραγούδι, στις αμέτρητες εκδοχές του - σαν αφήγηση, νανούρισμα, μοιρολόι, ερωτικό κάλεσμα, θούριο, ύμνο στ’ αστέρια και στους θεούς τους. Δεν τα σκεφτόμαστε όλα αυτά όταν τραγουδάμε, δεν υπάρχει λόγος· μας αρκεί η μαγεία να νιώθουμε απολύτως δικό μας κάτι όμορφο, πλασμένο από ξένα χέρια και μυαλά. Κι όταν μας παίρνει το μεράκι, μαύρο ή φωτεινό, δεν σκεφτόμαστε ποιανού τα λόγια λέμε και ξαναλέμε υιοθετώντας τα και ποιανού η μουσική μάς συντροφεύει εκείνη τη στιγμή. Σε πιο ήρεμες περιστάσεις, μνημονεύουμε βέβαια και τον στιχουργό και τον συνθέτη και τον πρώτο εκτελεστή. Αν η δουλειά τους έχει χαρακτήρα και προσωπική σφραγίδα.

Η δουλειά του Μανώλη Ρασούλη, η στιχοποιία του (μια στιχοποιία που δεν είχε την ανάγκη να την πουν ποίηση για να αισθανθεί κεκυρωμένη) είχε χαρακτήρα και σφραγίδα ξεχωριστή· είχε τη διαφορά της. Δεν τη διαλαλούσε, δεν καμάρωνε γι’ αυτήν φωνασκώντας ή φλυαρώντας ναρκισσιστικά, αλλά την ενσωμάτωνε, την αφομοίωνε, τη μετέτρεπε σε πλήρη μικρά αφηγήματα. Αυτό ήταν ίσως ένα από τα καίρια γνωρίσματα των δεκάδων τραγουδιών του, από τον καιρό της αιφνιδιαστικής «Εκδίκησης της γυφτιάς» και των «Δήθεν», με τον Νίκο Ξυδάκη και τον Νίκο Παπάζογλου: το καθένα τους, ακόμα και μέσα σε τρεις στροφές, είχε μια ιστοριούλα να πει, την ιστορία ενός αισθήματος ή μιας σκέψης που δεν συμβάδιζαν με τον μέσο όρο. Ετσι ανανεώθηκε το λαϊκό μας τραγούδι, από ένα αεράκι όλο χιούμορ που ήρθε να σκορπίσει το μελό. Κι έτσι έγιναν λαϊκό κτήμα λέξεις, σχήματα, εικόνες και ιδέες καταδικασμένες ώς τότε με το στίγμα του κουλτουριάρικου ή του σουρεαλιστικού.

Με πολλές μορφές εκδηλώθηκε η δουλειά του Ρασούλη: με τους στίχους του, όπου η λογιοσύνη δεν σφαγίαζε την αμεσότητα και τον σαρκασμό, με τα βιβλία του, λ. χ. για τον αγαπημένο του Θεόφιλο Καΐρη, με την πολιτική του στάση, με το περιοδικό «Αυγό» που εξέδιδε για να δημοσιεύει τα ούτως ειπείν μανιφέστα του, με τις αναζητήσεις του που τον έφεραν να συνδέει τους Ινδούς φιλοσόφους με τους προσωκρατικούς (όταν μετέφραζε κείμενα του Μπαγκουάν Σρι Ραζνίς για τον Ηράκλειτο), με τις σποραδικές ανορθόδοξες δηλώσεις του. Θα τα τραγουδάμε για πολλά χρόνια τα τραγούδια του και θα τον μνημονεύουμε. «Τη ζωή σαν αχθοφόρος / όπου βρω την κουβαλάω» έγραψε. Το σίγουρο είναι ότι τη μουσική μας ζωή την πήγε, μαζί με τους συνεργάτες του, πιο μπροστά από κει που την παρέλαβε.