Του Παντελή Μπουκάλα

Δεν πρόλαβα τ’ όνομά του στην τηλεόραση. Αλλά δεν παραέχει σημασία. Γερουσιαστής ήταν. Αμερικανός. Ρεπουμπλικάνος. Αλλά ούτε και η εθνικότητά του έχει σημασία ή η πολιτική του ταυτότητα. Και Δημοκρατικός θα μπορούσε να είναι, και Γερμανός ή Αγγλος, Ιταλός, Κινέζος ή Ρώσος.

«Δεν πρέπει να επιτρέψουμε να καταντήσει η χώρα μας σαν την Ελλάδα», έλεγε. Ετσι, με την Ελλάδα σαν το όνομα του απεχθούς αντιπαραδείγματος, της ηθικά έρημης χώρας, του απολωλότος προβάτου. Αν γνωρίζει σε ποια ήπειρο πέφτει η Ελλάδα, αν μπήκε στο κόπο να μελετήσει έστω πέντε λεπτά τα πεπραγμένα της, ή απλώς υιοθέτησε με τη σειρά του τον κοινό τόπο που κυριαρχεί πάνω από ένα χρόνο στα ΜΜΕ όλου του κόσμου, δεν μπορεί να το ξέρει κανείς.

Το μόνο βέβαιο είναι το δικό μας πληγωμένο συναίσθημα, οι δικές μας πικρές σκέψεις κάθε φορά (αμέτρητες πια) που ακούμε να λοιδορείται ο τόπος μας, να χρησιμοποιείται το όνομά του για να δηλωθεί η παταγώδης αποτυχία. Αλλά όχι μόνο αυτό: Ταυτόχρονα εξαπολύεται ο υπαινιγμός ότι η οικονομική χρεοκοπία ήταν απόρροια ενός μαζικού ηθικού εκπεσμού, μιας σχεδόν φυλετικής κατρακύλας. Επιστρέφουμε λοιπόν δρομαίως στην εποχή που κάποια λεξικά της Εσπερίας, στο λήμμα «Greek» παρέθεταν σαν συνώνυμα το «λωποδύτης» και το «απατεώνας»; Κι όλα αυτά που μάθαμε παιδιόθεν να πιστεύουμε, πως είμαστε γένος περιούσιο που το σέβεται σύμπασα η ανθρωπότης και θα του χρωστάει εσαεί, όλες αυτές τις ψευδαισθήσεις υπεροχής που μένουν ξεκρέμαστες, πώς θα τις γιατροπορέψουμε;

Εχουμε βέβαια εύκολη τη λύση, πάντοτε την είχαμε όποτε η πραγματικότητα απειλούσε τις αυταπάτες μας. Μπορούμε δηλαδή να ανακαλύψουμε πάλι ανθελληνικές συνωμοσίες, να καταγγείλουμε «κέντρα» και «παράκεντρα» που μας μισούν και βυσσοδομούν εναντίον μας. Πουθενά δεν θα μας βγάλει όμως αυτός ο χιλιοπατημένος δρόμος, γιατί και μέχρι τώρα πουθενά δεν μας έβγαλε· μόνο την ευτελή χαρά του αυτοφενακισμού μάς προσφέρει.

Ο άλλος δρόμος είναι να πιστέψουμε πως αν η Ελλάδα κατάντησε σημείο χλευαζόμενο και ο τόπος άξιος λοιδορίας και μόνο, υπεύθυνοι είναι οι ηγέτες μας, όσοι, καταχρώμενοι την ψήφο αλλά την πολιτική μας αποστράτευση από κάποια περίοδο κι έπειτα, έδρασαν μακράν της κοινωνίας και εις βάρος της, διαφθείροντες και διαφθειρόμενοι, και ενδιαφερόμενοι μόνο για την επόμενη κάλπη. Δεν είναι αυθαίρετη αυτή η υπόθεση· στοιχείο της πραγματικότητας είναι. Αλλά δεν αρκεί αυτή για να ερμηνεύσει την πλήρη απαξίωση του ονόματος «Ελλάδα», και την περιφρόνηση με την οποία αντιμετωπίζεται στις διεθνείς αγορές, οικονομικές και πολιτικές. Ακόμα όμως κι αν αυτή είναι η μοναδική εξήγηση, την υποτίμηση και τη χλεύη την εισπράττουμε όλοι. Και την καταπίνουμε μαζί με μια αγανάκτηση που δεν ξέρουμε ακόμα πώς να την πολιτικοποιήσουμε.