Του Αντώνη Καρακούση
Το τεράστιο ελληνικό δημόσιο χρέος εισήλθε από την Πέμπτη σε τροχιά ρύθμισης. Αυτές τις μέρες διαμορφώνονται οι αρχές της επαναγοράς, της επιμήκυνσης, της ανταλλαγής των ομολόγων που λήγουν με νέα μακράς διάρκειας, καθώς και οι κανόνες αποτίμησης των νέων τίτλων και πλήθος άλλων λεπτομερειών που συνδέονται με τη λογιστική απεικόνιση των ζημιών που θα προκύψουν για τους κατόχους, για τους θεσμικούς επενδυτές και τις Τράπεζες, ελληνικές και ξένες.
Το έργο είναι τεχνικά σύνθετο και πολιτικά δύσκολο.Θα έχει παρενέργειες και συνέπειες, για την ώρα απροσδιόριστες, αλλά ως ένα βαθμό προβλέψιμες. Ιδιαίτερα κρίσιμες θεωρούνται οι επιπτώσεις που θα προκύψουν για τις εγχώριες Τράπεζες, κυρίως από την επιμήκυνση και την ανταλλαγή ομολόγων του ελληνικού δημοσίου που οι ίδιες κατέχουν.

Από το ύψος των ζημιών που θα προκύψουν από την ανταλλαγή των ομολόγων θα εξαρτηθεί και το βάρος της επανακεφαλαιοποίησης των ελληνικών τραπεζών.

Δηλαδή το ύψος των νέων κεφαλαίων που θα χρειασθούν οι ελληνικές Τράπεζες, προκειμένου να ανακτήσουν τους απαιτούμενους δείκτες φερεγγυότητας για την ομαλή και απρόσκοπτη λειτουργία τους. Παραλλήλως με αυτή τη διαδικασία, η Τράπεζα της Ελλάδος θα επιχειρήσει να προσεγγίσει το ύψος των επισφαλειών που πηγάζουν από τις χρηματοδοτήσεις τους στον ιδιωτικό τομέα της οικονομίας και να διαπιστώσει πόσες απ' αυτές δεν καλύπτονται από σχετικές προβλέψεις.

Από τον συνδυασμό των δύο αυτών κρίσιμων αποτιμήσεων και αξιολογήσεων θα προκύψει και το ακριβές ύψος των νέων κεφαλαίων που θα χρειασθούν οι ελληνικές Τράπεζες.

Και βεβαίως απ' αυτές τις ανάγκες θα κριθεί και η θέση καθε ελληνικής Τράπεζας στο εγχώριο χρηματοπιστωτικό σύστημα.

Αν οι απαιτούμενες, για την εξασφάλιση της βιωσιμότητάς τους, αυξήσεις κεφαλαίου είναι μεγάλες, τότε οι ιδιώτες μέτοχοί τους δύσκολα θα ανταποκριθούν και οι Τράπεζες θα χρειασθεί να καταφύγουν στα κεφάλαια του Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας. Πράγμα που σημαίνει ότι ντεφάκτο θα τεθεί ζήτημα ιδιοκτησιακού καθεστώτος.

Ορισμένοι αντιμετωπίζουν τον συνδυασμό των παραπάνω συνθηκών και αναγκών ως ευκαιρία για την πλήρη αναδιάταξη του τραπεζικού συστήματος. Υπάρχουν πρόσωπα της πολιτικής και της οικονομίας που υποστηρίζουν ότι οι παρούσες συνθήκες κρίσης είναι μιας πρώτης τάξεως ευκαιρία για την κρατικοποίηση όλων των ελληνικών Τραπεζών. Θεωρούν ότι το παρόν ιδιοκτησιακό καθεστώς τελεί υπό αίρεση, καθώς όλες οι Τράπεζες έχουν δεχθεί κεφαλαιακές ενισχύσεις ή θα δεχθούν στο μέλλον από το κράτος και ότι μόνο η χρήση των δικαιωμάτων που πηγάζουν από τις προνομιούχες μετοχές αρκεί για μια μεταβολή πρώτου μεγέθους. Και ότι στην περίπτωση αυτή θα διαμορφώνονταν δυνατότητες μιας γενναίας αναδιάρθρωσης, μετά το πέρας της οποίας θα μπορούσε να ακολουθήσει ένας νέος γύρος ιδιωτικοποιήσεων, άκρως προσοδοφόρος για το Δημόσιο.

Ωστόσο διερωτάται κανείς αν είναι αυτή η ενδεδειγμένη λύση; Οι προηγούμενες εμπειρίες από ένα απολύτως κρατικοποιημένο τραπεζικό σύστημα δεν είναι οι καλύτερες. Και επιπλέον κανείς δεν εγγυάται την ταχεία ιδιωτικοποίηση αν έχει προηγηθεί μια γενικευμένη κρατικοποίηση.

Οι ιδιωτικές Τράπεζες, από την πλευρά τους αντιλαμβάνονται μια τέτοια εξέλιξη ως απολύτως προβληματική. Πέραν του ότι την αντιμετωπίζουν ως τιμωρία για κάτι που δεν έφταιξαν - επιμένουν ότι πληρώνουν τα σπασμένα των ελλειμμάτων και της κρίσης του δημοσίου χρέους που δεν την προκάλεσαν εκείνες - την θεωρούν οπισθοδρομική και απολύτως ξένη προς τις ανάγκες της ελληνικής οικονομίας. Και στις παρούσες οικονομικές συνθήκες απολύτως αποδιοργανωτική και πιθανότατα εμπόδιο στις προσπάθειες ανασύνταξης της ελληνικής οικονομίας.

Διεκδικούν έτσι ανοχή και εξάντληση των δυνατοτήτων τόσο των μετόχων, όσο και των διοικήσεών τους για εξασφάλιση νέων πόρων από εσωτερικές διαρρυθμίσεις, πωλήσεις συμμετοχών ή θυγατρικών στο εξωτερικό ,αυξήσεις κεφαλαίου και συνεργασίες με ξένες Τράπεζες, ώστε να προικοδοτηθούν με νέα υγιή κεφάλαια και να συνεχίσουν απρόσκοπτα τη λειτουργία τους. ΄Η ακόμη θα προτιμούσαν ευκαιρίες συγχωνεύσεων μεταξύ ιδιωτικών Τραπεζών, στον βαθμό βεβαίως πάντα ότι μια τέτοια λύση θα ενίσχυε τη θέση των νέων ιδρυμάτων.

Το πρόβλημα πάντως εν προκειμένω το έχει η κυβέρνηση,η οποία καλείται να χαράξει στρατηγική επί του ζητήματος. Να αποφασίσει δηλαδή τι θέλει και πως θέλει τον χρηματοπιστωτικό τομέα στην επόμενη κρίσιμη περίοδο: Ενα εργαλείο εξουσίας και ισχύος ή ένα εργαλείο οικονομικής ανόρθωσης;

Αυτή πρώτη οφείλει να επιλέξει και να ορίσει την αρχιτεκτονική του χρηματοπιστωτικού συστήματος. Προφανώς δεν μπορεί παρά να διατηρήσει και γιατί όχι να ενισχύσει τον ρόλο και τη θέση της Εθνικής Τράπεζας - ίσως να είναι σε θέση να το επιτύχει και από μόνη της - αλλά από εκεί και πέρα μπορούν να υπάρξουν συνδυασμοί και δυνατότητες, ικανοί να διατηρήσουν ισχυρή την παρουσία του ευέλικτου και κινητικού ιδιωτικού τραπεζικού τομέα στην ελληνική οικονομία.

Εκτός κι αν κριθεί ότι μπορούμε να επιστρέψουμε στον πιστωτικό χειμώνα της δεκαετίας του 80, όταν χρειάζονταν να κληρωθείς για να πάρεις στεγαστικό δάνειο.


Πηγή: Tovima.gr