Του Αντώνη Καρακούση
Τα ευρωπαϊκά πράγματα δυστυχώς δεν εξελίσσονται ομαλά. Οι αγορές αμφισβήτησαν στην πράξη τις αποφάσεις της συνόδου κορυφής, αγνόησαν τις διαβεβαιώσεις των ευρωπαίων ηγετών ότι αφορούν μόνο την Ελλάδα και τις τελευταίες μέρες επιτίθενται κατά κύματα στην Ισπανία και την Ιταλία. Με αποτέλεσμα να ανοίξει διαφορά μεταξύ των επιτοκίων των δύο χωρών από τα αντίστοιχα γερμανικά.

Έτσι, τα επιτόκια των δεκαετών ισπανικών ομολόγων ανυψώθηκαν κοντά στο 6,5% και των ιταλικών προσέγγισαν το 6,20%, δηλαδή περίπου 400 μονάδες βάσης πάνω από τα αντίστοιχα γερμανικά, το ύψος των οποίων ανέρχεται σε μόλις 2,45%.

Γεγονός που αλλοιώνει τα χαρακτηριστικά της ευρωζώνης.

Ως γνωστόν, η σύγκλιση των επιτοκίων ήταν ένα από τα κριτήρια ένταξης των χωρών στην Οικονομική και Νομισματική Ένωση.

Η συνθήκη του Μάαστριχτ απαιτούσε, πέραν των άλλων, τα επιτόκια των υποψηφίων προς ένταξη χωρών να απέχουν το πολύ 200 μονάδες βάσης από το επιτόκιο αναφοράς των δεκαετών γερμανικών ομολόγων. Και έπρεπε να έχουν κατακτήσει τέτοιες ελάχιστες διαφορές τα τελευταία δυό χρόνια πριν από την ένταξη.

Τώρα, παρατηρούμε διπλάσιες διαφορές επιτοκίων για σημαντικές χώρες όπως η Ιταλία και η Ισπανία, πράγμα που αναιρεί την ίδια την σύγκλιση των οικονομιών. Είναι σαν να έχουμε σε περιβάλλον ευρώ, επιτόκια πεσέτας για την Ισπανία και λιρέτας για την Ιταλία. Δεν μιλάμε για την Ελλάδα, η οποία εδώ και καιρό δουλεύει με επιτόκια δραχμής.

Αν διατηρηθούν επί μακρόν αυτές οι διαφορές επιτοκίων, τα χρέη πλουσίων ευρωπαϊκών χωρών καθίστανται μη βιώσιμα και επιπλέον αλλοιώνονται οι συνθήκες ανταγωνισμού στην ευρωζώνη και δημιουργούνται προϋποθέσεις φυγόκεντρων τάσεων στο περιβάλλον της.

Θα μπορούσε να πει κανείς ότι σε μεσοπρόθεσμη βάση και στον βαθμό που η ανισορροπία διατηρηθεί, τίθεται ζήτημα για την ίδια την ευρωζώνη.

Εχει αποδειχθεί πλέον ότι οι αγορές κινούνται με μεγαλύτερη ταχύτητα από τις κυβερνήσεις, ότι η στόχευσή τους είναι σαφής και συγκεκριμένη, ότι τα επιχειρήματα χτίζονται πολύ πριν εξελιχθούν τα γεγονότα και ότι η διαθέσιμη δύναμη πυρός είναι ισχυρότερη, από εκείνη των κυβερνήσεων. Πολύ περισσότερο όταν οι τελευταίες και οι ευρωπαϊκές αρχές παραμένουν διστακτικές και επιφυλακτικές στη λήψη δραστικών αποφάσεων.

Μέχρι τώρα, λοιπόν, έχει καταφανεί ότι η πολιτική ηττάται από τις αγορές και από το πώς αυτές διαμορφώνουν το παιγνίδι.

Αν διατηρηθεί αυτό το κλίμα αναστολής και αναβολής, σύντομα οι Ευρωπαίοι θα κληθούν να απαντήσουν στο δίλημμα αν η ευρωζώνη και κατ' επέκταση το ευρώ θα αποδειχθούν σχήματα μικρής διάρκειας ή οι ευρωπαίοι θα λάβουν όλες εκείνες τις αποφάσεις που επιτρέψουν την μακροημέρευση τόσο της ευρωζώνης, όσο και του ευρώ.

Είναι φανερό ότι δεν απέχουμε πολύ από τη στιγμή που θα τεθεί το δίλημμα στην Ευρώπη: οικονομική διακυβέρνηση και ενιαίος μηχανισμός χρηματοδότησης ή επιστροφή στα εθνικά νομίσματα.

Το κακό για μας είναι ότι όλα αυτά εξελίσσονται σε χρόνο κατά τον οποίο προσπαθούμε να ρυθμίσουμε τα χρέη μας και σε στιγμή που παλεύουμε να ανακτήσουμε την εμπιστοσύνη των αγορών και των εταίρων μας.

Προφανώς δεν είναι η καλύτερη συγκυρία. Και βεβαίως κανείς δεν μπορεί να φαντασθεί πως σε τέτοιο διεθνές περιβάλλον η χώρα μας εξαντλείται στη μάχη των... ΤΑΧΙ.



Πηγή: Το Βήμα
TAGS