Του Γεώργιου Π. Μαλούχου
Η Στοά του Βιβλίου έχει μία αίθουσα στην οποία γίνονται συχνά βιβλιοπαρουσιάσεις. Είναι για την ακρίβεια δύο αίθουσες. Η κεντρική, βρίσκεται στο βάθος. Πριν όμως φτάσεις σε αυτή, περνάς από μία εφεδρική που προηγείται και χρησιμεύει όταν ο κόσμος είναι αρκετός ώστε να γεμίσει την πρώτη. Εκεί, στην εφεδρική αυτή αίθουσα, ήταν η τελευταία φορά που συνάντησα τον Αναστάσιο Πεπονή, όταν παρουσιαζόταν η «Πολιτεία», το τελευταίο βιβλίο του πολύ αγαπημένου του φίλου Δημήτρη Τσάτσου που είχε ήδη φύγει από τη ζωή.

Φτάνοντας είδα τον Πεπονή και τη σύζυγό του να κάθονται όπως πάντα αθόρυβα, διακριτικά και πάντα δίπλα δίπλα κάπου στο μέσον της αίθουσας εκπέμποντας και οι δυο τους τη βαθειά τους ευγένεια. Χαιρετηθήκαμε από μακριά και τους πλησίασα: -«Μα γιατί δεν πάτε μέσα;» -«Όχι, εδώ είναι μια χαρά»… Ηθελε, μου είπε, να μπορέσει, αν χρειαζόταν να μετακινηθεί πιο εύκολα χωρίς να προκαλέσει φασαρία. Πιστεύω ότι πολύ περισσότερο ήθελε να αποφύγει τη συγκίνηση που ήταν όμως, παρά την αυτοπειθαρχία του, ορατή.

Τον αποχαιρέτησα με την υπενθύμιση μιας συζήτησης που μου είχε υποσχεθεί αρκετό καιρό πριν, όταν, κάποτε, τον είχα ρωτήσει τι τράβηξε για να επιβάλλει – γιατί αυτή είναι η σωστή λέξη - το Ανώτατο Συμβούλιο Επιλογής Προσωπικού, το ΑΣΕΠ: έργο ριζοσπαστικό για τα ελληνικά πολιτικά ήθη, που έφερνε την Ελλάδα ένα σημαντικό βήμα πιο κοντά στον ουσιαστικό εκδυτικισμό της και, το οποίο, φυσικά, βρήκαμε στη συνέχεια όλους τους αναγκαίους τρόπους ώστε, όσο μπορούσαμε – και μπορέσαμε αρκετά και απολύτως διακομματικά ως λαός- να το παρακάμψουμε: «Α, δε φαντάζεστε… Δε φαντάζεστε…», μου είχε πει μειδιώντας αλλά με τα μάτια να λάμπουν...

Το ΑΣΕΠ, μαζί με την μεγάλη ώρα του στο Εθνικόν Ιδρυμα Ραδιοφωνίας, όταν ως διευθυντής δεν υποτάχθηκε και μετέδωσε το μήνυμα του Γεωργίου Παπανδρέου μετά την Αποστασία τον Ιούλιο του ’65, μαζί με την δραστική – και πάλι με προσωπικό κόστος - αντίθεσή του στις μετεμφυλιακές πολιτικές εκτελέσεις αλλά και, πολύ αργότερα, μαζί με το άνοιγμα της Ελλάδας στο φυσικό αέριο με τη Ρεβυθούσα, είναι ίσως τα τέσσερα πιο σημαντικά πολιτικά καταπιστεύματα που άφησε πίσω του ο Πεπονής.

Αλλά πιο σημαντικό κι από αυτά ήταν το ήθος του που άλλωστε και τα καθόρισε. Το εξαιρετικά δυσεύρετο στην ελληνική πολιτική ζωή αυτό ήθος.

Από εκείνη τη σύντομη συνάντηση στη Στοά του Βιβλίου, έτυχε να μιλήσουμε μερικές φορές στο τηλέφωνο, η τελευταία ήταν στα μέσα της άνοιξης. Σε αυτές τις συνομιλίες, ένα ήταν ολοφάνερο: ότι αυτός ο άνθρωπος υπέφερε αληθινά, κυτταρικά γι αυτά που έβλεπε να γίνονται στην Ελλάδα.

Δεν είναι σχήμα λόγου: πραγματικά υπέφερε, όχι φιλολογικά ή θεατρικά. Τον πονούσε πάρα πολύ η πορεία που έβλεπε να παίρνει ο τόπος την ώρα που ο ίδιος βρισκόταν πια στα δυσμάς του βίου του. Τολμώ να πω ότι η αγωνία και η θλίψη του για όσα έβλεπε να γίνονται μέρα με τη μέρα ήταν τέτοιες που συνέβαλαν καθοριστικά στην απροσδόκητα και χωρίς οργανικά αίτια, παρά την ηλικία του, κακή εξέλιξη της υγείας του, αν δεν την προκάλεσαν κιόλας, κάτι που ίσως μπορούν να καταμαρτυρήσουν οι οικείοι του.

Αυτό λοιπόν, το να πονάει ένας πολιτικός τα δημόσια πράγματα τόσο προσωπικά, τόσο βαθειά, είναι κάτι εξαιρετικά σπάνιο, σίγουρα στις μέρες μας και ίσως και παλιότερα: είναι ένα χαρακτηριστικό που σφραγίζει ανθρώπους μετρημένους στα δάχτυλα. Το να αγωνιάς έτσι για τα δημόσια όπως για τα προσωπικά, για εκείνα που σε αγγίζουν άμεσα, συνιστά και την ύπατη μορφή δημοσίου ήθους. Είναι η πιο αληθινή μορφή ευθύνης και το μεγαλύτερο παράσημο που μπορεί να φέρει κάποιος που υπηρετεί τη δημόσια ζωή, άσχετα από το πόσοι θα το δουν ή θα το εκτιμήσουν τελικά στο πλήρες βάθος του – αν και στην περίπτωση του Πεπονή είναι φανερό ότι οι περισσότεροι άνθρωποι το είδαν, το αναγνώρισαν και το σεβάστηκαν.

Γι' αυτό κι εκείνοι που το ξέρουν, νιώθουν την υποχρέωση αλλά και την ανάγκη να το πουν. Γιατί; Επειδή, πολύ απλά, δεν έχει να κάνει μόνον με τον ίδιο, δεν αποτελεί τόσο μια νεκρολογία, όσο έχει σημασία άμεσα πολιτική, ειδικά σήμερα. Επειδή, αν μπορείς ανεπιφύλακτα να χαρακτηρίσεις κάποιους πολιτικούς γνήσιους υπηρέτες του δημοσίου συμφέροντος, ο Αναστάσης Πεπονής βρισκόταν σίγουρα ανάμεσά τους κι αυτό απ’ την αρχή μέχρι το τέλος του περάσματός του από το δημόσιο βίο, αταλάντευτα, ήδη από τα χρόνια της γερμανικής Κατοχής στην οποία και αντιστάθηκε δραστήρια, μέχρι την απόσυρσή του, που σε μεγάλο βαθμό υπήρξε και το προσωπικό κόστος που πλήρωσε για να συμβάλλει σε μια καλύτερη Ελλάδα, όπως δραστικά έπραξε με το ΑΣΕΠ.

Τα τελευταία χρόνια της ζωής του, μεγάλος πια, δεν μετείχε ενεργά στο δημόσιο βίο. Ισως όμως όχι μόνον λόγω ηλικίας, που έτσι κι αλλιώς ήταν ο κύριος λόγος, αλλά και γιατί ο δημόσιος βίος δεν μετείχε πια και πολύ σε αυτό το ήθος ευθύνης που ο Πεπονής σε όλη του τη ζωή σταθερά αντιπροσώπευσε.



Πηγή: Το Βήμα