Του Αντώνη Καρακούση
Η χώρα αποσυντονίζεται σταθερά τους τελευταίους μήνες. Οι πολιτικές αποσαθρώνονται, τα επιχειρήματα, τα όποια επιχειρήματα, χάνουν το νόημά τους, οι λειτουργίες της εντέλει υποχωρούν, η πειθαρχία σταδιακά κάμπτεται, αισθήματα παραίτησης, φόβου, ανασφάλειας και οργής κυριαρχούν στο κοινωνικό σώμα.
Οι προσδοκίες και οι ελπίδες τείνουν να εξανεμισθούν, οι προσπάθειες σε όλα τα μέτωπα της οικονομικής και κοινωνικής ζωής μοιάζουν επισφαλείς και ατελέσφορες. Οι εκπαιδευτικοί είναι απογοητευμένοι, ούτε αυτό καθεαυτό το εκπαιδευτικό καθήκον τούς συνεπαίρνει, οι εφοριακοί δεν κάνουν καμιά ιδιαίτερη προσπάθεια προς την κατεύθυνση συλλογής των φόρων, οι φορολογούμενοι από την πλευρά τους (όσοι δεν έχουν) βαρυγκομούν καθώς δεν δύνανται να εκπληρώσουν τις υποχρεώσεις τους και όσοι έχουν εισοδήματα δεν είναι πρόθυμοι, προτιμούν να ρισκάρουν καθώς αισθάνονται πως ουδείς θα τους ενοχλήσει.

Οι νέοι είναι οργισμένοι, δεν νιώθουν αισθήματα υποχρέωσης προς αυτό το κράτος και αυτή την κοινωνία. Κοινή είναι λοιπόν η αίσθηση ότι τα πάντα σέρνονται, σχεδόν σήπονται με σταθερό ρυθμό, η χώρα μοιάζει να μην έχει στόχο ενώ τίποτε αυτή την ώρα δεν μοιάζει ικανό να συνεγείρει και να κινητοποιήσει τους πολίτες. Ενα καθεστώς ιδιότυπης μοιρολατρίας τείνει να κυριαρχήσει στη χώρα και όλοι μοιάζουν να αναμένουν την επερχόμενη κατάρρευση.

Ολα αυτά συγκροτούν μέγα εθνικό ζήτημα, ύπαρξης και προοπτικής. Το οποίο πρώτα θέλει συνειδητοποίηση και τάχιστα επιλογές και αποφάσεις.

Έτσι όπως πάει η χώρα δεν έχει τύχη, ούτε προοπτική. Αν συνεχίσει άβουλη και ασύνταχτη θα πέσει. Και θα είναι το γεγονός τυχαίο που θα προκαλέσει την πτώση της.


Πηγή: Το Βήμα