Του Γιώργου Δελαστικ
Αγνοια του ευρύτερου προβλήματος του ευρωπαϊκού τραπεζικού συστήματος διακατέχει τους Ελληνες. Βυθισμένοι καθώς είμαστε στην όλο και βαθύτερη δυστυχία της προσωπικής και οικογενειακής οικονομικής μας κατάστασης που επιδεινώνεται ραγδαία, νομίζουμε ότι προβλήματα αντιμετωπίζουν μόνο οι ελληνικές τράπεζες και μάλιστα αποκλειστικά και μόνο εξαιτίας της απειλούμενης χρεοκοπίας της χώρας μας. Αυτή η εντύπωση είναι λανθασμένη. Φυσικά και ενδεχόμενη ελληνική χρεοκοπία θα απειλήσει και θα επιβαρύνει το ευρωπαϊκό τραπεζικό σύστημα, δεν αποτελεί όμως κατά κανέναν τρόπο τη γενεσιουργό αιτία της κρίσης του ούτε συνιστά τον μεγαλύτερο κίνδυνο αποσταθεροποίησής του.

Οι ευρωπαϊκές τράπεζες είναι "άρρωστες" ανεξαρτήτως Ελλάδας λόγω των τυχοδιωκτικών χρηματοπιστωτικών παιχνιδιών που παίζουν με σκοπό το εντελώς παρασιτικό κέρδος τύπου "καζίνο". Η κεφαλαιακή τους επάρκεια έχει πέσει κάτω από τα λογικά όρια ασφαλείας, πράγμα που σημαίνει ότι στην παραμικρή αναταραχή ενδέχεται να αποδειχθούν ανίκανες να ανταποκριθούν και να στραφούν πάλι μαζικά προς τις κυβερνήσεις, ζητώντας τρισεκατομμύρια ευρώ για να διασωθούν.

Το αποτέλεσμα είναι μια διαρκώς αυξανόμενη δυσπιστία και καχυποψία μεταξύ των τραπεζών της Ευρώπης και δη της Ευρωζώνης. Ολο και εντονότερα παρατηρείται το φαινόμενο καμία ευρωπαϊκή τράπεζα (προσοχή, δεν αναφερόμαστε καθόλου σε ελληνικές τράπεζες) να μην εμπιστεύεται να δανείσει την άλλη!

Από τον Αύγουστο ήδη επισημαινόταν ότι πολλές τράπεζες προτιμούν να "παρκάρουν" για σιγουριά τα χρήματα που τους περισσεύουν στην ΕΚΤ χάνοντας τόκους (γι' αυτήν τη λειτουργία η ΕΚΤ τους δίνει επιτόκιο μόνο 0,75%) αντί να τα διαθέσουν στη διατραπεζική αγορά με διπλάσιο επιτόκιο, όπως γινόταν μέχρι τώρα. Χαρακτηριστικά αναφερόταν ότι την τελευταία εβδομάδα του Αυγούστου η ΕΚΤ είχε υπερτριπλάσια ποσά κατατεθειμένα σ' αυτήν από τις τράπεζες σε σύγκριση με τον ετήσιο μέσο όρο.

Αυτό δεν είναι καθόλου καλός οιωνός. Είναι αυτονόητο ότι οι τραπεζίτες ξέρουν πολύ περισσότερα πράγματα από τους κοινούς θνητούς για τις τράπεζές τους και τους ανταγωνιστές τους και για να μην τις εμπιστεύονται σημαίνει ότι η κατάσταση του ευρωπαϊκού τραπεζικού συστήματος είναι πολύ ανασφαλέστερη από όσο νομίζουμε εμείς και από όσο λένε δημοσίως οι Ευρωπαίοι πολιτικοί ηγέτες.

Αυτό αντανακλάται και στη σοβαρή πτώση των τιμών των μετοχών όλων των ευρωπαϊκών τραπεζών - και εννοούμε συμπεριλαμβανομένων ακόμη και των κορυφαίων γερμανικών τραπεζών. Οταν η μετοχή της Ντόιτσε Μπανκ, της κορυφαίας τράπεζας της ηπείρου, έχει χάσει άνω του 50% της αξίας της και εκείνη της Κομέρτσμπανκ, της δεύτερης γερμανικής τράπεζας, έχει χάσει μέσα σε λίγους μήνες το 74% της αξίας της, είναι εξόφθαλμο ότι τα πράγματα δεν πηγαίνουν καθόλου καλά.

Η Γερμανίδα καγκελάριος Ανγκελα Μέρκελ και ο Γάλλος πρόεδρος Νικολά Σαρκοζί δεν τρέχουν βεβαίως ούτε για να σώσουν την Ελλάδα ούτε για να προστατεύσουν τις γερμανικές και τις γαλλικές τράπεζες από τις συνέπειες μιας ελληνικής χρεοκοπίας, όπως λανθασμένα νομίζουν πολλοί. Υπάρχει, βεβαίως, δευτερευόντως και αυτό το θέμα στις συνομιλίες τους, αλλά το κυρίαρχο ζήτημα είναι πώς θα σώσουν γενικά τις τράπεζές τους. Η Ελλάδα είναι θρυαλλίδα και πρόσχημα, η Ελλάδα είναι πρόθυμο πειραματόζωο, δεν είναι όμως σε καμιά περίπτωση η ουσία του προβλήματος.

Η σύγκρουση Μέρκελ-Σαρκοζί ως προς το πώς θα βοηθηθούν οι τράπεζες των χωρών τους έχει βάθος και πολιτικοοικονομικές συνέπειες. Η Μέρκελ θέλει να ισχύσει ο κανόνας "η κάθε χώρα να σώσει τις τράπεζές της", γιατί έτσι όλο το κόστος διάσωσης π.χ. των γαλλικών τραπεζών θα το φορτωθεί το γαλλικό κράτος, το οποίο έτσι θα αποδυναμωθεί καθώς η γαλλική κυβέρνηση θα επιβάλει μέτρα λιτότητας στη χώρα οδηγώντας αναπότρεπτα την οικονομία σε ύφεση, οπότε αντικειμενικά θα ενισχυθεί έμμεσα η γερμανική ηγεμονία στην Ευρώπη! Ο Σαρκοζί, αντιθέτως, επιθυμεί ευρωπαϊκή διάσωση όλων των τραπεζών, ώστε να πληρώσει και η Γερμανία πολύ μεγαλύτερο τίμημα για τη διάσωση ολόκληρου του τραπεζικού συστήματος της Ευρωζώνης.

ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑ
Πολύ μεγάλες απώλειες παντού

ΤΙΣ ΧΕΙΡΟΤΕΡΕΣ απώλειες από το κραχ του 2002 παρουσίασαν τα πιο σημαντικά ευρωπαϊκά χρηματιστήρια κατά το τρίμηνο Ιουλίου - Αυγούστου - Σεπτεμβρίου, με τις τράπεζες μεγάλων χωρών να υπερβαίνουν τον μέσο όρο. Στο Λονδίνο η συνολική αξία των 100 μεγαλύτερων εταιρειών μειώθηκε κατά 250 δισεκατομμύρια ευρώ, ενώ στην υπόλοιπη Ευρώπη οι ζημιές αυτού του τύπου ξεπέρασαν το 1,2 τρισεκατομμύριο (!) ευρώ. Στη Γαλλία ο δείκτης CAC 40 έχασε στο τρίμηνο από το 25% της αξίας του, αλλά η τράπεζα Σοσιετέ Ζενεράλ είδε τη μετοχή της να μειώνεται κατά 51% και η επίσης γαλλική τράπεζα BNP περισσότερο από 40%. Τη μεγαλύτερη πτώση του από το κραχ του 2002 είχε και ο δείκτης DAX της Γερμανίας, με πτώση 25% στο τρίμηνο που πέρασε.


Πηγή: Έθνος