Του Ι.Κ Πρετεντέρη
Νομίζω ότι δεν πρέπει να συντηρείται η παραμικρή αυταπάτη: όποια λύση προκύψει από το τριήμερο της «Μεγάλης Κρίσης» έως την Τετάρτη θα είναι μια εξαιρετικά οδυνηρή λύση.
Με μια υποσημείωση: ακόμη πιο οδυνηρό θα είναι να μην υπάρξει λύση. Ή η λύση που θα δοθεί να μην είναι παρά άλλη μια πρόσκαιρη διευθέτηση. Υποψιάζομαι ότι οι ευρωπαίοι ηγέτες έχουν αντιληφθεί τον κίνδυνο και θα προσπαθήσουν να τον αποφύγουν.


Το ενδιαφέρον της υπόθεσης είναι ότι για πρώτη φορά η διαπραγμάτευση γίνεται επί της ουσίας του προβλήματος: αφορά, δηλαδή, το χρέος.

Διότι έως τώρα οι διευθετήσεις και οι διαβουλεύσεις ήταν τραγικά εκτός θέματος. Είτε τα δημόσια ελλείμματα στην Ελλάδα, είτε η φορολογία των επιχειρήσεων στην Ιρλανδία δεν είναι παρά δευτερεύουσες πλευρές του βασικού προβλήματος, που παραμένει η κρίση του χρέους.

Ενός χρέους που (μάρτυράς μας οι τελευταίες εκτιμήσεις της Κομισιόν) συνεχίζει να καλπάζει και να καθίσταται ανεξέλεγκτο παρά την περιοριστική δημοσιονομική πολιτική που έχει επιβληθεί.


Οι αναγνώστες ίσως θυμούνται πως η βασική ένσταση που είχαμε διατυπώσει κατά του Μνημονίου από την πρώτη μέρα ήταν ότι όχι μόνο δεν αντιμετωπίζει αλλά επιβαρύνει το πρόβλημα του χρέους. Αυτό ακριβώς συνέβη. Και σε αυτό χρειάζεται πλέον μια επείγουσα, συγκροτημένη και βιώσιμη λύση.


Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι (σύμφωνα με όσα συζητούνται) το πρώτο θύμα της λύσης θα είναι οι τράπεζες.
Οι Γερμανοί, που από την αρχή πιέζουν σε αυτήν την κατεύθυνση, θεωρούν ότι δεν γίνεται να μη συνεισφέρουν στο κόστος της λύσης όσοι συνέπραξαν στη δημιουργία του προβλήματος. Δεν γίνεται, δηλαδή, να πληρώνουν οι φορολογούμενοι και να μην πληρώνουν οι τράπεζες.


Η άποψή τους έχει μια βάση. Από εκεί και πέρα, βεβαίως, το ζήτημα είναι πώς θα εξασφαλιστεί η συμμετοχή των τραπεζών στον λογαριασμό χωρίς να προκύψουν παράπλευρες απώλειες. Κι επειδή τέτοιες απώλειες είναι αδύνατο να μην υπάρξουν, πώς θα ελεγχθούν και πώς θα περιοριστούν.


Σε πρόσφατη συνάντησή του με τραπεζικούς παράγοντες, ο υπουργός Οικονομικών είχε προειδοποιήσει πως «σύντομα ίσως κληθούμε να επιλέξουμε μεταξύ των τραπεζών και του έθνους - υποθέτω ότι προεξοφλείτε την επιλογή μας…».
Τα ίδια περίπου επανέλαβε ο Πρωθυπουργός στην τελευταία συνεδρίαση της ΚΟ του ΠΑΣΟΚ.


Η επιλογή, λοιπόν, ίσως φαίνεται απλή. Η συνέχεια, όμως, είναι δυσκολότερη. Διότι το κρίσιμο ερώτημα είναι πώς η αναπόφευκτη αναδιάρθρωση του τραπεζικού συστήματος στην οποία οδηγούμαστε θα πραγματοποιηθεί χωρίς επιπτώσεις στην πραγματική οικονομία - η οποία, ούτως ή άλλως, βρίσκεται σε τραγική κατάσταση.

Δεν θα είναι εύκολο. Και δεν θα το μάθουμε ούτε την Τετάρτη.    

Πηγή: Τα Νέα