Ακούω χρόνια τώρα, για την χαμένη γενιά του Πολυτεχνείου. Για τα παιδιά με τα αμπέχονα, που γοητεύτηκαν από το American dream. Τους επαναστάτες που έγιναν πολιτικοί  και γιάπηδες. Που έχουν την ευθύνη για την κατάντια της χώρας. Που κονόμησαν και ξέχασαν γιατί βολεύτηκαν στα ψηλά πατώματα.
Όσοι είχαν την τύχη να ζήσουν εκείνες τις μέρες από κοντά, αλλά και όσοι μπήκαν στα αμφιθέατρα των σχολών λίγο αργότερα- τα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης, γνωρίζουν ότι τα προαναφερόμενα συζητιούνται γιατί είναι η λαμπερή βιτρίνα που τραβάει τα βλέμματα, δεν είναι όμως και ο κανόνας.
Μιλάω για όλους όσοι είχαν τη χαρά να γνωρίσουν έστω και φευγαλέα, τον Τζιαντζή, τους Χάγιους, τον Μαυρογένη, τον Κουμάνταρο, την Καρυστιάνη.  Και μαζί τους χιλιάδες άλλους που πήραν το ρίσκο χωρίς να ψάξουν ποτέ ανταλλάγματα.
Πέρασαν κιόλας 38 χρόνια από το Νοέμβρη του ’73. Από αυτά (τα χρόνια) τα περισσότερα με γκρίνια για την ιδέα που χάθηκε, τους «ήρωες» που εξαργύρωσαν τη συμμετοχή τους, για το πανηγυράκι των μικροπωλητών και άλλα πολλά- κατά βάση δίκαια και ανθρώπινα.
Όμως να, το Πολυτεχνείο έχει και σήμερα φωτιά. Και ας πιστεύουμε ότι κλείνει ο κύκλος της μεταπολίτευσης. Ποιος να γνωρίζει τους λόγους; Ίσως να είναι το Μνημόνιο, η οικονομική κρίση. Ίσως να είναι η εθνική αξιοπρέπεια που πνίγεται στην οικονομική ανέχεια. Ίσως να είναι ο Άδωνις και ο Βορίδης που έγιναν υπουργοί, παραμορφώνοντας το νόημα (εκείνου) του αγώνα. Ίσως τα μηνύματα εκείνης της εξέγερσης έχουν νόημα και σήμερα. Ίσως να έχει δίκιο ο Νιόνιος ο Τσακνής- της γενιάς του Πολυτεχνείου και αυτός, όταν τραγουδάει το δικό του, «κουφάλες δεν ξοφλήσαμε».

Αντώνης Θ. Σκυλλάκος