Του Γιώργου Δελαστίκ
Αγγελτήριο... κηδείας του ευρώ θύμιζε το εξώφυλλο του χθεσινού τεύχους του βρετανικού περιοδικού "Εκόνομιστ". Κυρίαρχο το μαύρο χρώμα, φλεγόμενη βολίδα το κοινό νόμισμα, μακάβριος ο τίτλος: "Είναι αυτό πράγματι το τέλος;". Σήματα συναγερμού εξέπεμπαν το κύριο άρθρο, οι μόνιμες στήλες, οι σχετικές αναλύσεις του περιοδικού. "Αυτή η κατάσταση δεν μπορεί να συνεχιστεί επί πολύ. Χωρίς μια δραματική αλλαγή διάθεσης από βάθους καρδιάς της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και των Ευρωπαίων ηγετών, το κοινό νόμισμα μπορεί να γίνει κομμάτια μέσα σε εβδομάδες" υποστηρίζει το κύριο άρθρο του. Μέσα σε εβδομάδες! Και δεν είναι μόνο Βρετανοί που υποστηρίζουν αυτή τη θέση. Τη συμμερίζονται ακόμη και Γερμανοί. "Περίπου δύο εβδομάδες απομένουν στους αρχηγούς των κυβερνήσεων" έγραφε την Πέμπτη σε πρωτοσέλιδη ανάλυσή της η γερμανική εφημερίδα "Ντι Τσάιτ".

"Η Μέρκελ έθαψε τον διάλογο για τα ευρωομόλογα και τον ρόλο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας" ήταν ο γεμάτος απογοήτευση προχθεσινός πρωτοσέλιδος τίτλος της ισπανικής εφημερίδας "Ελ Παΐς". Η Γερμανίδα καγκελάριος επέβαλε τις θέσεις της την Πέμπτη στο Στρασβούργο επί των ηγετών της Γαλλίας και της Ιταλίας: λιτότητα και τίποτε άλλο!
Σε τίποτα δεν βοηθούν τα εξοντωτικά προγράμματα λιτότητας κατά των Ευρωπαίων πολιτών ή το φορολογικό "γδάρσιμό" τους. Καμία βελτίωση δεν φέρνουν ούτε οι αλλαγές κυβερνήσεων. Τι κι αν νίκησε σαρωτικά στην Ισπανία η εκ των προτέρων αποφασισμένη να εφαρμόσει εξουθενωτική λιτότητα Δεξιά; Αυτή την εβδομάδα η Μαδρίτη πλήρωσε για τρίμηνα έντοκα γραμμάτια επιτόκιο 5,1% - υπερδιπλάσια δηλαδή από όσο πριν από έναν... μήνα! Οσο για τα δεκαετή ισπανικά ομόλογα, αυτά έχουν επιτόκιο πάνω από 6,5% - χειρότερα δηλαδή από όσο είχαν τα ελληνικά πριν μπει η χώρα μας σε καθεστώς Μνημονίου!
Το μαχαίρι έφτασε στο κόκαλο. Στα τέλη Ιανουαρίου, η Ιταλία πρέπει να βρει λεφτά να πληρώσει ομόλογα που λήγουν αξίας 30 δισεκατομμυρίων ευρώ. Αν οι κερδοσκόποι απαιτήσουν εξωφρενικό επιτόκιο και η ΕΚΤ δεν παρέμβει, τότε δεν αποκλείεται ακόμη και η... στάση πληρωμών της Ιταλίας! Κόλαση! Αλλά ακόμη και αν η Ρώμη βρει τα λεφτά πληρώνοντας όσο όσο, μέχρι πού μπορεί να πάει αυτή η ιστορία; Προφανώς, όχι μακριά. Τα περιθώρια εξαντλήθηκαν πλέον. Μία και μοναδική λύση έχει απομείνει τώρα.

Θα αναλάβει η ΕΚΤ το χρέος όλων ουσιαστικά των κρατών της Ευρωζώνης; Αυτό είναι πια το καθοριστικό ερώτημα. Θα αγοράζει δηλαδή η ΕΚΤ σε απεριόριστες ποσότητες όσα κρατικά ομόλογα βγάζουν οι χώρες της Ευρωζώνης και μάλιστα με χαμηλά, εξυπηρετήσιμα επιτόκια υποχρεώνοντας έτσι τους κερδοσκόπους του χρηματοπιστωτικού συστήματος είτε να λογικευθούν, είτε να φύγουν εντελώς από την αγορά κρατικών ομολόγων; Αν η ΕΚΤ αγοράζει ομόλογα, η Ευρωζώνη θα σωθεί. Αν όχι, η διάλυσή της είναι αναπότρεπτη.

Η Γερμανία θα αποφασίσει τι θα κάνει η ΕΚΤ. Το Βερολίνο και κανένας άλλος για τον πολύ απλό λόγο ότι η Γερμανία θα πληρώσει στην πράξη τις συνέπειες αυτής της ριζικής αλλαγής -"επαναστατικής" στο πλαίσιο του συστήματος- χαρακτήρα της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Δεν είναι καθόλου εύκολη η λήψη αυτής της απόφασης για τους Γερμανούς και δικαιολογημένα μέχρι στιγμής αρνούνται να συναινέσουν. Αν συμφωνήσουν, αυτό σημαίνει ότι θα μεταφέρεται πλούτος διαρκώς από τη Γερμανία και τις χώρες του Βορρά προς τις αδύναμες χώρες του Νότου και της περιφέρειας της Ευρωζώνης.
Χωρίς σοβαρό αντάλλαγμα αυτό αποκλείεται να το δεχθεί το Βερολίνο. Θα προτιμήσει ίσως ακόμη και να διαλύσει την Ευρωζώνη, όσο απίστευτο και αν ακούγεται αυτό, παρά να ξοδέψει εν ριπή οφθαλμού τα τεράστια κέρδη που αποκόμισε από τη λειτουργία της Ευρωζώνης μέσα σε μία ολόκληρη δεκαετία.

Η μετατροπή σε επαρχίες του Ράιχ των ανεξάρτητων και μέχρι τώρα κυρίαρχων κρατών της Ευρώπης είναι το βαρύ αντίτιμο που ζητάει η Γερμανία για να συναινέσει. Οι Ευρωπαίοι θα παίρνουν λεφτά από τη Γερμανία μέσω ΕΚΤ, αλλά μόνο αν αποδεχτούν να τους κυβερνά χωρίς προσχήματα το Βερολίνο! Η γερμανική κυβέρνηση δηλαδή θα αποφασίζει για το ύψος των μισθών των Ελλήνων, των συντάξεων των Γάλλων, των δημοσίων επενδύσεων στην Ιταλία, των φόρων στην Ισπανία. Το δέχονται αυτό οι Ευρωπαίοι; Αμφιβάλλουμε, αλλά θα δούμε...

Πηγή: Το Έθνος