Tου Σταυρου Λυγερου

Προ ημερών, ο πρωθυπουργός είπε ότι η μόνη κόκκινη γραμμή που αναγνωρίζει είναι η σωτηρία της χώρας. Τη σωτηρία της χώρας, όμως, δεν την αντιλαμβάνονται όλοι με τον ίδιο τρόπο. Ορισμένοι θεωρούν ότι σωτηρία είναι η επιστροφή στη δραχμή. Κάποιοι άλλοι ότι η Ελλάδα πρέπει να απαιτήσει αλλαγή της ασκούμενης πολιτικής που εντείνει την ύφεση. Τέλος, υπάρχουν κι αυτοί που θεωρούν ότι η Ελλάδα δεν έχει δυνατότητα να διαπραγματευθεί και το μόνο που της μένει είναι να εφαρμόσει πειθήνια τις εντολές της τρόικας.
Αν κρίνουμε από τα λόγια και κυρίως από τα έργα του, ο Παπαδήμος φαίνεται να ανήκει στην τρίτη κατηγορία. Σ’ αυτό το συμπέρασμα οδηγεί και η άρνησή του να αποδεχθεί κόκκινες γραμμές στη σχέση με τους δανειστές. Η ρητορική του περί μονοδρόμου όχι μόνο καταργεί την Πολιτική, αλλά και είναι ασύμβατη με τη Δημοκρατία. Στα δημοκρατικά καθεστώτα μονόδρομοι δεν υφίστανται. Υπάρχουν πάντα διαφορετικές προτάσεις για την επίλυση των προβλημάτων μιας κοινωνίας, εκ των οποίων με δημοκρατικές διαδικασίες κάποια επικρατεί.

Ως πρόσωπο, ο Παπαδήμος έχει κάθε δικαίωμα να πιστεύει ότι η σωτηρία θα προκύψει από την υποταγή στην τρόικα. Ως πρωθυπουργός, όμως, δεν έχει το δικαίωμα να ακολουθεί μια γραμμή πλεύσης που δεν έχει πολιτική νομιμοποίηση. Είναι εξόφθαλμο ότι η μεγάλη πλειονότητα των πολιτών είναι αντίθετη με την ασκούμενη πολιτική. Αμφίβολη, όμως, είναι και η θεσμική νομιμοποίηση. Οχι μόνο επειδή η παρούσα Βουλή έχει εκλεγεί σε τελείως διαφορετικές συνθήκες και με τελείως διαφορετικές προεκλογικές δεσμεύσεις, αλλά και επειδή πολλοί εντός του τρικομματικού συνασπισμού προβάλλουν αντιρρήσεις για το ζήτημα, π.χ. της μείωσης του κατώτατου μισθού, το οποίο αποτέλεσε την αφορμή για την επίμαχη πρωθυπουργική δήλωση.

Στο κρίσιμο σημείο που έχει φθάσει η Ελλάδα, με τα οικονομικά και κοινωνικά ερείπια να πολλαπλασιάζονται, είναι ζωτική ανάγκη ο πρωθυπουργός, τα κόμματα και τα ΜΜΕ να εγκαταλείψουν τις προπαγανδιστικές εκστρατείες και να δρομολογήσουν έναν σοβαρό δημόσιο διάλογο για το μέλλον της χώρας. Οσοι εκβιάζουν για περαιτέρω μειώσεις μισθών στο όνομα της ανταγωνιστικότητας είναι είτε ιδιοτελείς είτε ιδεοληπτικοί και πάντως υποκριτές. Είναι ενδεικτικό ότι δεν λένε κουβέντα για τους άλλους παράγοντες που επηρεάζουν περισσότερο τον βαθμό ανταγωνιστικότητας και που συνδέονται με τους επιχειρηματίες και το κράτος.

Οσο κι αν μειώσει το κόστος εργασίας, η Ελλάδα δεν μπορεί να ανταγωνισθεί σ’ αυτό το επίπεδο γειτονικές χώρες όπως η Αλβανία, η ΠΓΔΜ, η Βουλγαρία και η Τουρκία. Η ανάπτυξη θα προκύψει όχι με τη συντελούμενη διάλυση του παραγωγικού ιστού και της κοινωνίας, αλλά με την αξιοποίηση των πολλών λιμναζουσών αναπτυξιακών δυνατοτήτων. Η Ελλάδα έχει αρκετά και ισχυρά συγκριτικά πλεονεκτήματα για να επιβιώσει ως ευρωπαϊκή κι όχι ως τριτοκοσμική χώρα.

Πηγή: Η Καθημερινή