Αυτό το βιβλίο, που δημιούργησαν ερευνητές του πανεπιστημίου ΜΙΤ των ΗΠΑ, δεν είναι σαν όλα τα άλλα, αλλά είναι βγαλμένο από τις σελίδες της επιστημονικής φαντασίας. «Φοριέται» στο σώμα του αναγνώστη και του επιτρέπει να νιώσει πάνω του στην κυριολεξία τα συναισθήματα των πρωταγωνιστών της πλοκής.

Ο αναγνώστης φοράει ένα ειδικό γιλέκο, που περιέχει ηλεκτρονικούς αισθητήρες και άλλα ηλεκτρονικά εξαρτήματα και το οποίο συνδέεται με ένα βιβλίο «επαυξημένης πραγματικότητας», που κρατά στα χέρια του. Καθώς εξελίσσεται η πλοκή του βιβλίου, αυτό -σε συνεργασία με το γιλέκο- δημιουργεί μια σειρά από τεχνητές εμπειρίες (περιοδικές αλλαγές στη θερμοκρασία, δονήσεις πάνω στο σώμα, πρόκληση φωτισμού και ήχων κ.α.), που μεταφέρουν στον αναγνώστη αισθήσεις σχετικές με αυτό που διαβάζει, έτσι ώστε να μπαίνει καλύτερα στο «κλίμα» του βιβλίου.

Οι αλλαγές αυτές δεν γίνονται με τυχαίο τρόπο, αλλά ποικίλουν ανάλογα με το περιεχόμενο της σελίδας που διαβάζει ο χρήστης-αναγνώστης. Το βιβλίο αλλάζει με τεχνητό τρόπο μέχρι και τον ρυθμό που χτυπά η καρδιά του αναγνώστη - την κατάλληλη στιγμή της συναισθηματικής κορύφωσης. Ακόμα, το συνδεμένο γιλέκο διαθέτει 150 λαμπάκια LED που αυξομειώνουν τον φωτισμό γύρω από τον αναγνώστη, καθώς και μικρούς αερόσακους που κατά καιρούς πιέζουν το σώμα του για να του δημιουργούν την αναγκαία ψυχοσωματική πίεση - όταν το απαιτεί το σενάριο.

Η τεχνική που ονομάζεται «αισθητηριακή φαντασία» (κατά το «επιστημονική φαντασία») αναπτύχθηκε από τους ερευνητές Φέλιξ Χάιμπεκ, Αλέξις Χόουπ και Ζιλί Λεγκό του εργαστηρίου πολυμέσων του ΜΙΤ, σύμφωνα με τις βρετανικές «Γκάρντιαν» και «Τέλεγκραφ».

«Η αισθητηριακή φαντασία αφορά νέους τρόπους για να βιώνουμε και να δημιουργούμε ιστορίες», ανέφεραν οι ερευνητές και πρόσθεσαν ότι «παραδοσιακά η λογοτεχνία δημιουργεί και προκαλεί συναισθήματα και ενσυναίσθηση μέσω των λέξεων και των εικόνων. Χρησιμοποιώντας ένα συνδυασμό διασυνδεμένων αισθητήρων και ενεργοποιητών, ο συγγραφέας της αισθητηριακής φαντασίας διαθέτει πλέον νέα μέσα για να μεταφέρει στους αναγνώστες την πλοκή, τη διάθεση και τα συναισθήματα, ενώ παράλληλα αφήνει πάντα χώρο στη φαντασία του αναγνώστη. Τα νέα εργαλεία μπορούν να αξιοποιηθούν κατάλληλα, ώστε να δημιουργήσουν μια εμπειρία αφήγησης που θα απορροφά τελείως τον αναγνώστη και θα είναι προσαρμοσμένη στα μέτρα του».

Είναι πάντως αμφίβολο πώς θα «υποδεχτούν» συγγραφείς και αναγνώστες μια τέτοια τεχνολογία ανάγνωσης στο μέλλον. Αναμφίβολα, μερικοί δεν θα ενθουσιαστούν καθόλου με την «χειραγώγηση» της εμπειρίας ανάγνωσης. Άλλοι, πάλι, πιθανότατα θα εκτιμήσουν τον «εμπλουτισμό» του διαβάσματος -και της φαντασίας τους- μέσω των αισθήσεών τους.