ΥΓΕΙΑ

Μπορεί το διάβασμα να επηρεάσει τις διατροφικές μας συνήθειες;

από Επιμέλεια: Μαρία Ψυλλάκη - Δημοσίευση 9 Αυγούστου 2018, 21:01 / Ανανεώθηκε 9 Αυγούστου 2018, 20:57
Μπορεί το διάβασμα να επηρεάσει τις διατροφικές μας συνήθειες;
Facebook Twitter Whatsapp

Νέα έρευνα αποκαλύπτει τα πιθανά οφέλη και τους κινδύνους που μπορεί να έχει το διάβασμα για άτομα με διατροφικές διαταραχές

Γιατί διαβάζουμε; Ίσως για να χαλαρώσουμε μετά από μια κουραστική μέρα, για να μάθουμε για άγνωστες προσωπικότητες και τοποθεσίες, για να γελάσουμε ή για να ονειρευτούμε. Πιθανόν να μη αναρωτιόμαστε ποτέ το γιατί, αλλά να καταφεύγουμε στα βιβλία από κάποιο ακαθόριστο ένστικτο που μας λέει ότι είναι αυτό που έχουμε ανάγκη.

Το ερώτημα γιατί οι άνθρωποι επενδύουν τόσο χρόνο και άλλους πόρους στο διάβασμα προκαλεί ενδιαφέρον στους μελετητές τόσο του μυαλού όσο και των κειμένων. Ειδικά όσον αφορά τα μυθιστορήματα και την ποίηση, δε μπορεί να διαβάζουμε απλώς επειδή είναι πρακτικό να μάθουμε χρήσιμα πράγματα. Όποια και αν είναι η απάντηση, υπόσχεται να μας μάθει πολλά για την ανθρώπινη φύση και τη λογοτεχνία.

Εδώ και δεκαετίες, μελέτες γνωστικής λογοτεχνίας αναζητούν τους λόγους που διαβάζουμε μυθιστορήματα. Το κυρίαρχο σκεπτικό βασίζεται στην ιδέα ότι το διάβασμα(ειδικά αφηγήσεων, συχνά μυθοπλαστικών) είναι ευχάριστο γιατί μας βοηθάει να εξελιχθούμε, ιδιαίτερα με τη δυνατότητα που μας δίνει να τελειοποιήσουμε τις διανοητικές μας ικανότητες. Μέρος της γενικής ιδέας ότι το διάβασμα μπορεί να αυξήσει την «καταλληλότητα» μας είναι και η πιθανότητα να μας βοηθάει κυριολεκτικά να είμαστε υγιέστεροι.

Ας ξεκινήσουμε με τα βιβλία αυτοβοήθειας. Όλο και περισσότερες έρευνες γίνονται για την «αυτοβοηθούμενη βιβλιοθεραπεία», την ανάγνωση δηλαδή ενός βιβλίου αυτοβοήθειας, με ή χωρίς κάποιου είδους καθοδήγηση από ειδικό, η οποία αποδεικνύει ότι τα βιβλία αυτά μπορεί κάποιες φορές να αποδειχθούν αποτελεσματικές εναλλακτικές ή συμπληρωματικές μέθοδοι σε άλλα είδη θεραπείας.

Πολύ λίγα όμως γνωρίζουμε για την κλινική απόκριση των αναγνωστών στην ποίηση, τη μυθιστοριογραφία, και σε άλλα διηγηματικά είδη, όπως τα απομνημονεύματα. Η έλλειψη στοιχείων πάντως δεν έχει αποτρέψει την πρόταση πολλών θεωριών, ενώ ανάμεσα σε ψυχιάτρους και ψυχοθεραπευτές φαίνεται να είναι πολύ διαδεδομένη η κλινική χρήση μυθιστορημάτων και ποίησης σε μικρή κλίμακα.

Έχει, επομένως, κάποια υπόσταση η πίστη στην θεραπευτική δύναμη της τέχνης, ή πρόκειται μόνο για ευσεβείς πόθους;

Η Έμιλι Τροσιάνκο, βοηθός καθηγητή στο πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, διερεύνησε την επίδραση που μπορεί να έχει η ανάγνωση μυθιστορημάτων στις διατροφικές διαταραχές. Σε συνεργασία με το Beat, την κορυφαία φιλανθρωπική οργάνωση για διατροφικές διαταραχές, σχεδίασαν ένα λεπτομερές ερωτηματολόγιο το οποίο αναζητούσε κατά πόσο οι συμμετέχοντες συνδέουν το διάβασμά τους με την ψυχική τους κατάσταση, κυρίως όσον αφορά διατροφικές διαταραχές. 885 άτομα απάντησαν τα ερωτηματολόγια, 773 εκ των οποίων είχαν προσωπική εμπειρία με κάποια διατροφική διαταραχή.

Από τα άτομα με κάποια προσωπική εμπειρία, το 69 τα εκατό ανέφερε ότι αναζήτησε βοήθεια για την διατροφική του διαταραχή στη λογοτεχνία, και το 36 τα εκατό τη βρήκε χρήσιμη. Ζητήθηκε από τους συμμετέχοντες να αξιολογήσουν κατά πόσο διαφορετικά είδη κειμένων τους βοήθησαν ή τους έβλαψαν με την αντιμετώπιση της διατροφικής τους διαταραχής, και το 15 τις εκατό αξιολόγησε τα μυθιστορήματα που δεν σχετίζονταν με το πρόβλημα τους πιο βοηθητικά από οποιοδήποτε άλλο είδος κειμένου. Την ίδια στιγμή, τα απομνημονεύματα και τα μυθιστορήματα που αφορούσαν διατροφικές διαταραχές αξιολογήθηκαν ως τα πιο επιβλαβή. Τα στοιχεία αυτά οδηγούν σε περίπλοκα συμπεράσματα.

Πώς, λοιπόν, το διάβασμα μπορεί να επηρεάσει την υγεία μας, είτε θετικά είτε αρνητικά; Η κυρίαρχη θεωρητική άποψη είναι ότι οι θεραπευτικές ιδιότητες προκύπτουν μέσα από μια διαδικασία ταύτισης με το χαρακτήρα ή την κατάσταση στο βιβλίο, που βοηθάει τον αναγνώστη να κατανοήσει το δικό του πρόβλημα. Ενδεχομένως αυτό να συνοδεύεται και από ένα συναίσθημα έντονης συναισθηματικής κάθαρσης, που ακολουθείται από ένα στάδιο επίλυσης προβλημάτων, με την ενδοσκόπηση να δημιουργεί πρόθεση για προσωπική αλλαγή. Αυτή η διαδικασία ενεργοποιείται συνήθως από κείμενα που απεικονίζουν καταστάσεις παρόμοιες με αυτή του αναγνώστη με χαρούμενο αλλά ρεαλιστικό τέλος.

Υπάρχουν πολλοί λόγοι να αμφισβητήσουμε αυτή τη θεωρία. Αν είναι θεραπευτικό να διαβάζεις για κάποιον που σου μοιάζει, τι διαφορά έχει από  το να ξαναδιαβάζεις το δικό σου ημερολόγιο για παράδειγμα; Υπάρχουν όρια σε αυτή την ιδέα της ταύτισης, και αν ναι, ποια είναι; Και πως προκύπτει αυτή η ταύτιση; Από τη φύση της αρρώστιας, την ηλικία, το φύλο, την κοινωνικοοικονομική θέση;

Αμφίβολο είναι και το κατά πόσο η ενδοσκόπηση είναι απαραίτητη για την θεραπευτική αλλαγή. Όσον αφορά τις χρόνιες διατροφικές διαταραχές, όταν ο ασθενής έχει πλήρη επίγνωση της κατάστασης του συχνά παραλύει η ικανότητα του να δράσει για να την καταπολεμήσει. Τουλάχιστον, λοιπόν, για όσους έχουν χρόνια προβλήματα, ίσως το διάβασμα, που ενισχύει τη θέληση και την πίστη στην ανάρρωση, να παίζει κάποιο σημαντικότερο ρόλο από το να επιβεβαιώνει ξανά την ασχήμια της ασθένειας.

Τα αποτελέσματα της έρευνας στρέφουν επίσης έντονα την προσοχή μας στη δύναμη της ανάγνωσης να βλάψει όσο και να βοηθήσει. Μια δεκαοχτάχρονη που έχει ξεπεράσει πολλαπλές διατροφικές διαταραχές, με απάντηση της στην έρευνα λέει ότι το διάβασμα «της θύμισε γιατί ήθελε να λιμοκτονήσει και ενίσχυσε τις παράλογες σκέψεις της». Τα μυθιστορήματα για διατροφικές διαταραχές έχουν ιδιαίτερα αρνητικές επιδράσεις, όπως προκύπτει από την έρευνα. 18 συμμετέχοντες ανέφεραν επίσης αυθόρμητα ότι προκαλούσαν τους εαυτούς τους επίτηδες, και επέλεγαν να διαβάσουν βιβλία που ήξεραν ότι θα επιδείνωναν τη διαταραχή τους.

Πολλοί δήλωσαν ότι η διαταραχή σε ενθαρρύνει να διαβάζεις τόσο επιλεκτικά, ώστε τα πάντα καταλήγουν να ενισχύουν τη διαταραγμένη σου σκέψη. Αν αισθάνεσαι παγιδευμένος από κάποιο παράγοντα της διαταραχής όπως η χαμηλή αυτοπεποίθηση, ίσως είναι πιθανότερο να διαβάσεις ένα συγκεκριμένο είδος κειμένου, ή να διαβάζεις με ένα συγκεκριμένο τρόπο, όπως το να επικεντρώνεσαι σε κάθε σύνδεση του λεπτού σώματος με κάτι θετικό. Αυτό σε κάνει να αισθάνεσαι χειρότερα, ίσως παχύτερος ή πιο αποφασισμένος να χάσεις βάρος, και με τη σειρά του αυτό ενθαρρύνει πιο ανθυγιεινούς τύπους διαβάσματος. Αυτός ο φαύλος κύκλος μπορεί να είναι δύσκολο να σπάσει.

Το μυθιστόρημα, όμως, φαίνεται να είναι ένας τρόπος για να επιτευχθεί κάτι τέτοιο. Όταν αφορά κάτι εντελώς άσχετο με διατροφικές διαταραχές μπορεί να αποδειχθεί σταθεροποιητικό και θεραπευτικό με πολλούς τρόπους, είτε πρακτικά, οπότε ξεκινάς να τρως κανονικά, είτε υπαρξιακά: με την αναζήτηση νέων κόσμων ή την υπενθύμιση ότι η ζωή σου θα μπορούσε να είναι πολύ διαφορετική. Ένας 27χρονος που αναρρώνει από ανορεξία είπε: «Μετά την ανάγνωση επιστημονικής φαντασίας η διάθεση μου ανεβαίνει και τείνω να νοιώθω σε μεγαλύτερη αρμονία με το σύμπαν, με τη φαντασία και το νου μου διεγερμένη και εμπνευσμένη.»

Την επόμενη φορά λοιπόν που θα πάρεις στα χέρια σου ένα βιβλίο, σκέψου για λίγο γιατί το κάνεις. Και σκέψου αν, όταν νοιώθεις κουρασμένος, αγχωμένος, σε άσχημη κατάσταση, βρίσκεις στα φαινομενικά απλοϊκά, μαύρα σημάδια πάνω στο λευκό χαρτί μια μορφή παρηγοριάς, θεραπείας, ή έμπνευσης.

Πηγή: Independent