ΑΡΘΡΑ

Το δημοσιονομικό αδιέξοδο

Δημοσίευση 28 Δεκεμβρίου 2010, 17:45 / Ανανεώθηκε 27 Ιουνίου 2013, 14:55
Το δημοσιονομικό αδιέξοδο
Facebook Twitter Whatsapp

Του Χρήστου Χατζηεμμανουήλ*

Από τον Μάιο και μετά, η χώρα μας έχει παγιδευθεί σε μία αδιέξοδη ατραπό. Το δίλημμα που εκλήθησαν να απαντήσουν οι Έλληνες βουλευτές, και μέσω αυτών ο ελληνικός λαός, ήταν κατά τα φαινόμενα σαφές και επιδεχόταν μόνον μία απάντηση: Ναι στο Μνημόνιο, μεταρρυθμίσεις, και στο βάθος του τούνελ μια καλύτερη, παραγωγική και ανταγωνιστική Ελλάδα... 

Του Χρήστου Χατζηεμμανουήλ*

Από τον Μάιο και μετά, η χώρα μας έχει παγιδευθεί σε μία αδιέξοδη ατραπό. Το δίλημμα που εκλήθησαν να απαντήσουν οι Έλληνες βουλευτές, και μέσω αυτών ο ελληνικός λαός, ήταν κατά τα φαινόμενα σαφές και επιδεχόταν μόνον μία απάντηση: Ναι στο Μνημόνιο, μεταρρυθμίσεις, και στο βάθος του τούνελ μια καλύτερη, παραγωγική και ανταγωνιστική Ελλάδα... 

Ή, αν επικρατούσε η αντιμνημονιακή στάση, άρνηση της κοινής λογικής, άρση της διεθνούς οικονομικής στήριξης και, ως άμεσο αποτέλεσμα, δημοσιονομική κατάρρευση και χρεοκοπία της χώρας. Με άλλα λόγια, για να χρησιμοποιήσουμε την ιατρική μεταφορά του κου Στρως-Καν, ή ο ασθενής θα αποδεχόταν μια επίπονη και τραυματική θεραπεία ή θα πέθαινε.
Για ορισμένους, η συνιστώμενη θεραπεία δεν μοιάζει καν με ακρωτηριασμό, αλλά με ελαφρώς επώδυνη επαναφορά στη θέση τους των αρθρώσεων της οικονομίας μας, που είχαν εξαρθρωθεί με ευθύνη του πολιτικού συστήματος. Ελέχθησαν και λέγονται πολλά για την κρίση ως μία καλή ευκαιρία, που δεν πρέπει να πάει χαμένη. Ακούμε ξανά και ξανά ότι το Μνημόνιο αποτελεί την αποτύπωση ενός γενναίου μεταρρυθμιστικού προγράμματος, που η χώρα θα έπρεπε να έχει υλοποιήσει εδώ και χρόνια. Ακούμε ότι οι μεταρρυθμίσεις θα οδηγήσουν σχεδόν αυτόματα σε αποτελεσματικότερη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς αγαθών, υπηρεσιών και εργασίας, μεγαλύτερη διεθνή ανταγωνιστικότητα, κι από εκεί σε ταχύτερη και βιώσιμη ανάπτυξη. Και η άποψη αυτή δεν στερείται παντελώς βάσεως.
Πλην όμως, για να υπάρξει το προσδοκώμενο συνολικό οικονομικό όφελος, πρέπει να ευσταθεί η βασική υπόθεση εργασίας: ότι, δηλαδή, η διεθνής στήριξη θα διασφαλίσει τη δημοσιονομική βιωσιμότητα της χώρας κατά το διάστημα της προσαρμογής. Με άλλα λόγια, ότι η ανάταξη του παραγωγικού ιστού της χώρας δια των διαρθρωτικών αλλαγών θα παραγάγει τα θετικά της αποτελέσματα ενόσω υπάρχει ακόμη δυνατότητα αναστροφής της πορείας διόγκωσης του δημοσίου χρέους και σταδιακής μετέπειτα αποκλιμάκωσής του, χωρίς αναστολή πληρωμών ή αναδιάρθρωση. Διότι προφανώς, εάν η μη συμμόρφωση με τις συμβατικές υποχρεώσεις προς τους πιστωτές μας είχε κριθεί εξ αρχής αναπόφευκτη ή εξαιρετικά πιθανή, δεν θα ήταν προς συμφέρον του λαού μας να εμπλακεί σε μια διαδικασία περαιτέρω δανειακής επιβάρυνσης, και μάλιστα με νομικώς επαχθέστερους όρους.
Μόλις μέσα σε ένα επτάμηνο, αποδεικνύεται ότι ο όρος αυτός δεν διασφαλίζεται από το Μνημόνιο. Και μάλιστα, για λόγους που ήταν γνωστοί ή ευκόλως προβλέψιμοι από την πρώτη στιγμή. Ενώ οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις προχωρούν όπως προχωρούν, με αργούς ρυθμούς, σημαντικές αστοχίες και διογκούμενη λαϊκή αντίδραση, η μακροοικονομική πλευρά του προγράμματος προσαρμογής έχει εξοκείλει. Και η αιτία είναι ότι βασίσθηκε σε εξαιρετικά αισιόδοξες προβλέψεις για την πορεία της οικονομίας. Η τάση μείωσης του ΑΕΠ υποεκτιμήθηκε, δεν ελήφθη υπ’ όψιν ότι η προσδοκώμενη συμπίεση των εισοδημάτων λόγων των επικείμενων μέτρων θα οδηγούσε αναπόφευκτα σε γενικότερη αλλαγή συμπεριφορά (οριακής τάσης προς κατανάλωση) των πολιτών, ενώ και οι επιδράσεις των δημοσιονομικών μέτρων στην οικονομική δραστηριότητα αγνοήθηκαν.
Τα νέα φορολογικά βάρη επιβάρυναν το κόστος της οικονομικής δραστηριοποίησης, χωρίς να έχει προηγηθεί η μείωση της διοικητικής επιβάρυνσης, την οποία ακόμη περιμένουμε (και μάλλον θα περιμένουμε για πολύ) να φέρουν οι διαρθρωτικές αλλαγές. Η σχετική επιτυχία κάποιων μέτρων κατά της φοροδιαφυγής, όπως οι αποδείξεις, ενδέχεται να βελτιώνει την εικόνα του επίσημου ΑΕΠ (αφού η ένταξη των άλλοτε άτυπων δραστηριοτήτων στην επίσημη οικονομία οδηγεί σε διόγκωση της τελευταίας), αλλά να έχει δυσανάλογα αρνητικές συνέπειες για το αληθινό ΑΕΠ (με το οποίο εδώ εννοούμε, όχι το αποπληθωρισμένο, αλλά αυτό που συμπεριλαμβάνει το σύνολο της οικονομικής δραστηριότητας, δηλαδή τόσο την νόμιμη όσο και τη μαύρη οικονομία). Κατά μία προσφιλή θεωρία, η ύπαρξη της μαύρης οικονομίας θα αποτελούσε το «μαξιλάρι» που θα επέτρεπε στην οικονομία μας να περάσει την κρίση στα μαλακά. Μάλλον το αντίθετο συμβαίνει στην πράξη! Αρκεί να αναλογιστεί κανείς ότι μεγάλο μέρος της μαύρης οικονομίας σχετίζεται με την οικοδομή και τις παραδοσιακές υπηρεσίες (τουρισμός, εστίαση, διασκέδαση), για να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η σκοτεινή πλευρά της οικονομίας μας έχει πληγεί περισσότερο, και όχι λιγότερο, από την άλλη. 
Έτσι, καταλήξαμε η προσπάθεια για περιορισμό του ελλείμματος να μην πετύχει τους στόχους της, αλλά να οδηγήσει σε ταχεία επιδείνωση της σχέσης χρέους προς ΑΕΠ, καθιστώντας ακόμη δεινότερη την δημοσιονομική μας κατάσταση. Από τους αρχικούς ποσοτικούς στόχους του Μνημονίου κανένας δεν έχει επιτευχθεί. Και ήδη μιλάμε για επιμήκυνση (αλλά όχι αναδιάρθρωση!) του χρέους, ως αν αυτό να είναι επιβράβευση για τις προσπάθειές μας, και όχι ομολογία αποτυχίας.
Η αναθεώρηση προς τα επάνω των δημοσιονομικών στόχων για την επόμενη χρονιά, προκειμένου να καλυφθεί το χαμένο έδαφος του 2010, στερείται οικονομικού, αλλά και πολιτικού ρεαλισμού. Το Μνημόνιο αποτελεί αγώνα αποστάσεως. Και αν ο δρομέας απέτυχε να καλύψει την απαιτούμενη απόσταση στην πρώτη φάση, δεν μπορούμε να του ζητάμε να τρέξει ακόμη πιο γρήγορα στην δεύτερη χωρίς να τον υποχρεώνουμε να πράξει κάτι το αδύνατο ή το βλαπτικό.

*Δικηγόρος, καθηγητής Πανεπιστημίου Πειραιώς, επισκέπτης καθηγητής London School of Economics

Ακολουθήστε το Newpost.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο Newpost.gr