VOICES

Ο καθένας το παλεύει όπως ξέρει και μπορεί…

του Γιάννη Τριάντη - Δημοσίευση 2 Απριλίου 2020, 21:00 / Ανανεώθηκε 2 Απριλίου 2020, 21:56
Facebook Twitter Whatsapp

Οι άνθρωποι είμαστε ένα απέραντο ορυχείο ανεκτίμητων υλικών

Δεν υπάρχουν συνταγές για το πώς θα γλυκάνουν οι έγκλειστες μέρες μας. Ισχύουν όλα, αλλά σε πολλούς ανθρώπους λίγα λειτουργούν ιαματικά. Επομένως, «ο καθένας το παλεύει όπως ξέρει και μπορεί», που λέει κι ο στίχος του Βασίλη Δημητρίου (δική του και η μουσική) στο τραγούδι με τον Νταλάρα.

Ισχύουν, όλα, λοιπόν. Το διάβασμα, η μουσική, η τιβί, το συμμάζεμα του σπιτιού, το αραλίκι, ο αναστοχασμός πεπραγμένων και σκόρπιων σκέψεων, η γυμναστική, το περπάτημα, η πύκνωση της μακρόθεν επικοινωνίας με τους άλλους, οι απόπειρες να μάθουμε να μαγειρεύουμε, να κάνουμε e banking, να δούμε αν πρέπει να κολυμπήσουμε και εμείς στον ωκεανό των social, να μάθουμε τη χρήση του skype κλπ κλπ.

Όμως τι γίνεται όταν τίποτε απ΄όλα αυτά δε μπορεί να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά την αίσθηση της ασφυξίας που προκαλούν οι περιορισμοί και ο εγκλεισμός; Όταν, δηλαδή, παρατάς στη μέση τα βιβλία που έχεις επιλέξει να διαβάσεις, όταν σ΄ενοχλούν οι μουσικές, σε εκνευρίζει το μονοθεματικόν της τιβί, σε απωθεί η γυμναστική, αδιαφορείς για το μαγείρεμα, σε κουράζει η ιδέα να περπατήσεις και σε διαολίζουν τα social και λές άστο, τότε τι κάνεις;

Το πιο πιθανό είναι να μελαγχολήσεις, ειδικά  όταν σκέφτεσαι ότι αυτή η παλιοκατάσταση θα διαρκέσει αρκετά. Μελαγχολία; Γιατί όχι; Δεν είσαι ο μόνος που νιώθει έτσι. Στους περισσότερους συμβαίνει, όπως πλείστα προβληματικά, που νομίζεις ότι μονάχα εσύ τα κουβαλάς.

Αστην, λοιπόν, να υπάρχει κι ας σου σκοτεινιάζει το βλέμμα και την ψυχή. Πρόσκαιρο είναι. Οι άνθρωποι είμαστε ένα απέραντο ορυχείο ανεκτίμητων υλικών. Από εκεί, κάτι θα βρούμε. Καταπραϋντικό και παρήγορο. Κάτι που δεν θα επιτρέψει στη στενοχώρια, στο στένεμα και στην μελαγχολία να μας πείσουν ότι πάσχουμε από κατάθλιψη.

Αλήθεια, πόσο  συχνά και με πόση επιπολαιότητα χαρακτηρίζουμε κατάθλιψη μια  στενάχωρη κατάσταση! Με το παραμικρό. Και τότε, να τα χάπια και τα υπνοτέτοια και οι μαύρες σκέψεις ότι πάσχουμε αμετάκλητα και βλέπουμε μονόδρομο τέτοιου είδους αρωγή.

Θα πείς, έξω απ΄τον χορό  πολλά τραγούδια ξέρουν όσοι εναντιώνονται στα χάπια και στα συναφή. Σωστά. Αλλά προτού παραδοθεί κανείς σ΄ αυτές τις λύσεις, θα μπορούσε σιγά σιγά να επιχειρήσει την απόδραση από αυτό το λαγούμι.

Με σκέψεις και αποφάσεις για δραστικές αλλαγές στη ζωή του. Που μπορεί να είναι δύσκολες και επώδυνες, αλλά θα αποδειχτούν λυτρωτικές. Εξίσου εγκαρδιωτική, αν όχι λυτρωτική είναι και η σκέψη ότι όλα  στη ζωή μας είναι κύκλος.

Τίποτε δεν είναι συνεχές, αμετακίνητο και δεδομένο. Οι περίοδοι της δυσκολίας που σε φτάνουν στο κατώφλι της δυστυχίας, οι απογοητεύσεις, οι αποτυχίες και οι ήττες εναλλάσσονται με τα αντίθετά τους. Κι αυτό συμβαίνει σε όλους. Με μαθηματική ακρίβεια.

Είπαμε, όμως. Ο καθένας όπως ξέρει  και μπορεί. Με ανατατικές «ανακαλύψεις», ας πούμε. Για σκέψου κάποιον που ξαφνικά, εκεί που ζούσε στην κόλαση του εγκλεισμού, να θυμηθεί αυτό που είχε διαβάσει κάποτε για εκείνον τον υπέροχο της Λισσαβώνας, τον Φερνάντο Πεσσόα.

Ότι από ένα χρονικό  σημείο και μετά, σταμάτησε να ταξιδεύει. Εμενε εθελουσίως έγκλειστος. Αλλά έκανε αμέτρητα ταξίδια με το νού του. Από το ανοιχτό παράθυρο…Για σκέψου το σκίρτημα και την απελευθέρωση του νού! Όχι επειδή το έκανε ο Πεσσόα, αλλά γιατί μπροστά  σου έχεις ανοιχτό το παράθυρο της φαντασίας, που δεν έπαυσε ποτέ να σχεδιάζει ωραία ταξίδια και υπέροχες περιπλανήσεις.

Κάποιος άλλος, φυλακισμένος στο σπίτι κι αυτός, μια μέρα άνοιξε την σιωπηλή ντουλάπα και είδε τα λευκά πουκάμισα να ξεμουδιάζουν περιμένοντας το πανηγύρι της άνοιξης και τους παφλασμούς του θέρους. Και σκέφτηκε, «που θα πάει, θα λήξει αυτή περιπέτεια και θα μας πάρει στην αγκαλιά του ο γλυκομίλητος ήλιος».

Θα μπορούσαμε να πούμε πολλά. Ειδικά αν προσπαθήσουμε να σταματήσουμε τη μίρλα  για το κάθε τι. Μιλώ για τη μίρλα, δηλαδή την μεμψιμοιρία και την γκρίνια, κι όχι για την αυστηρή κριτική και την στηλίτευση (προσεχώς θα ασχοληθούμε  εκτενώς με τις διμοιρίες της μίρλας).

Η μίρλα δεν έχει σχέση με την κριτική εγρήγορση, αλλά με το κόλλημα. Με την εμμονή να σε ενοχλούν σχεδόν τα πάντα, εκτός από αυτά που έχει νομιμοποιήσει μέσα σου ο προσωπικός κώδικας- αισθητικός, κοινωνικός, ιδεολογικός κλπ- και δεν σου επιτρέπει να διδαχτείς κάτι από τους άλλους.

Επίσης θα μπορούσες να βλέπεις ανεκτικά ή αδιάφορα κάποια φαινόμενα, ξέροντας ότι υπάρχουν κι αυτά-κατακλυσμιαία σε κάποιες περιόδους-, σύμφυτα με τις ανάγκες, την ανοησία, και τη φτήνεια μέρους της κοινωνίας. Για παράδειγμα, τι νόημα έχει να ξιφουλκείς εναντίον των σελέμπριτις και του τίποτε που εισκομίζουν στην καθημερινότητα;

Αυτά τα λίγα. Με την πεποίθηση ότι η σοφία της πίκρας για τον εγκλεισμό και ο καημός για κανονικότητα, χωρίς περιορισμούς και δυναστεύσεις, θα μας καταστήσουν όλους σοφότερους.